Γράφει ο δρ. Αλέξιος Παναγόπουλος
Καθηγητής και ακαδηµαϊκός Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών
H συζήτηση γύρω από τον σιωνισµό, το κράτος του Ισραήλ και την έννοια του λεγόµενου «Μεγάλου Ισραήλ» αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και ιδεολογικά φορτισµένα πεδία της σύγχρονης πολιτικής ιστοριογραφίας και διεθνούς πολιτικής ανάλυσης.
Στο πλαίσιο αυτό, σηµαντικοί πολιτικοί επιστήµονες, ιστορικοί και διανοητές, όπως ο Ilan Pappé, έχουν ασκήσει κριτική στη διαµόρφωση του σιωνιστικού εθνικού αφηγήµατος, ιδίως ως προς τη σχέση του µε τη βία, τον εθνικισµό και την αποικιοκρατική διάσταση µιας νέας κρατικής συγκρότησης.
Ο Pappé, σε πρόσφατες παρεµβάσεις του για τον ρόλο του φιλοϊσραηλινού λόµπυ στις Ηνωµένες Πολιτείες και τη διατλαντική πολιτική επιρροή, αναλύει τον τρόπο µε τον οποίο διαµορφώνονται πολιτικές επιλογές που συχνά υπερβαίνουν τα στενά εθνικά συµφέροντα των ΗΠΑ, εντάσσοντάς τες σε ένα ευρύτερο πλέγµα στρατηγικών συµµαχιών και γεωπολιτικών δεσµεύσεων.
Παράλληλα, άλλοι συγγραφείς, όπως ο διεθνολόγος Σπυρίδων Μπαζίνας, σε παρεµβάσεις του στον ελληνικό Τύπο, αναδεικνύουν τη διάσταση της ευρωπαϊκής και ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, υποστηρίζοντας την ανάγκη µεγαλύτερης αποστασιοποίησης από αναθεωρητικά σχήµατα περιφερειακής ισχύος.
Ιδεολογική κριτική και πολιτικές µεσσιανικές θεολογικές εντάσεις
Σηµαντικό µέρος της κριτικής που αναπτύσσεται στη διεθνή βιβλιογραφία αφορά την ιδεολογική µετατόπιση του σιωνισµού από θρησκευτική-ιστορική παράδοση σε σύγχρονη εθνική, µεσσιανική, κυριαρχική και νεο-κρατική ιδεολογία, µίας νέας µορφής παγκόσµιας ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και κυριαρχίας σε υποτιθέµενη θεωρία κράτους Ωκεανίας Όργουελ.
Ορισµένοι στοχαστές υποστηρίζουν ότι η διαδικασία αυτή οδηγεί σε µια µορφή «εθνικοποίησης» της ιουδαϊκής ταυτότητας, αποσυνδέοντάς την από το ευρύτερο κρατικό, θρησκευτικό και πνευµατικό της πλαίσιο.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Yakov M. Rabkin, στο έργο του Israel in Palestine: Jewish Rejection of Zionism, εξετάζει την εσωτερική εβραϊκή κριτική προς τον διαµορφούµενο πολιτικό σιωνισµό, αναδεικνύοντας ότι σηµαντικά τµήµατα της ραββινικής θεολογικής παράδοσης αντιλαµβάνονται το νέο εβραϊκό κράτος ως θεολογικά προβληµατικό, ιδίως όταν αυτό ταυτίζεται µε µεσσιανικά ή εδαφικά σχήµατα της νέας πολιτικής εξουσίας.
Παράλληλα, στην αµερικανική και χριστιανική σιωνιστική θεώρηση, όπως έχει επισηµανθεί σε γεωπολιτικές θεολογικές αναλύσεις, η γεωπολιτική ανάγνωση των βιβλικών χωρίων οδηγεί συχνά σε εσχατολογικές ερµηνείες, όπου το σύγχρονο κράτος του Ισραήλ εντάσσεται σε ένα σχέδιο θείας ιστορίας.
Αυτή η πολιτική προσέγγιση έχει επίσης αποτελέσει αντικείµενο κριτικής, καθώς συνδέεται µε την πολιτικοποίηση της θεολογίας και µε εντάσεις µεταξύ θρησκευτικών παραδόσεων ή παρερµηνειών. Η γεωπολιτική διάσταση και το διεθνές σύστηµα, εµπλέκεται µε την έννοια του «Μεγάλου Ισραήλ», όπως εµφανίζεται σε ορισµένα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύµατα, από τον Νείλο έως τον Ευφράτη.
Αυτό δεν αποτελεί απλώς µία ενιαία κρατική πολιτική, αλλά αναλυτική κατηγορία που χρησιµοποιείται στη διεθνή βιβλιογραφία για να περιγράψει ακραίες ή επεκτατικές ερµηνείες του εθνικού αφηγήµατος.
Η συζήτηση αυτή συνδέεται και µε ευρύτερα ερωτήµατα για τον ρόλο των Ηνωµένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή, τη σταθερότητα των ενεργειακών διαδροµών και τον ανταγωνισµό των µεγάλων δυνάµεων, όπως η Κίνα, ο λεγόµενος κίτρινος ποταµός.
Ωστόσο, η απλουστευτική ερµηνεία των διεθνών σχέσεων µέσω µονοδιάστατων λόµπυ ή µονοπαραγοντικών επιρροών δεν γίνεται γενικά αποδεκτή από τη σύγχρονη διεθνή και πολιτική επιστήµη, η οποία επιµένει σε πολυπαραγοντικά µοντέλα διεθνούς ανάλυσης.
Η θέση της Ευρώπης και της Ελλάδας µέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, καθώς και κράτη όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία έχουν κατά καιρούς υιοθετήσει πιο ισορροπηµένες ή αποστασιοποιηµένες θέσεις απέναντι στις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής, υπογραµµίζοντας την ανάγκη πολιτικής λύσης και του σεβασµού του διεθνούς δικαίου.
Για την Ελλάδα, η γεωπολιτική θέση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη, λόγω της εγγύτητας µε τη Μέση Ανατολή και της εµπλοκής της σε περιφερειακές ισορροπίες ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Ως εκ τούτου, η ελληνική εξωτερική πολιτική καλείται εθνικά να αφυπνιστεί και να κινηθεί µε βάση τις κοινά παραδεκτές αρχές της διεθνούς νοµιµότητας, της σταθερότητας και στρατηγικής αυτοσυγκράτησης, αποφεύγοντας την οποία εµπλοκή σε συγκρουσιακά σχήµατα που δεν συνδέονται άµεσα µε τα εθνικά της συµφέροντα.
Το συµπέρασµα και η συζήτηση γύρω από τον σιωνισµό, το κράτος του Ισραήλ και τις γεωπολιτικές του προεκτάσεις παραµένει βαθιά πολυεπίπεδη. Από τη µία πλευρά, υπάρχει η κρατική πραγµατικότητα και οι διεθνείς συµµαχίες· από την άλλη, ένα ευρύ φάσµα πολιτικών, ιστορικών, θεολογικών και ιδεολογικών κριτικών που επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν την κατανόηση της σύγχρονης Μέσης Ανατολής.
Το ζητούµενο για τη διεθνή επιστηµονική κοινότητα δεν είναι η ιδεολογική µονοµέρεια, αλλά η νηφάλια πολιτική και διπλωµατική ανάλυση των δοµών της ισχύος, των ιστορικών αφηγήσεων και των γεωπολιτικών συµφερόντων που διαµορφώνουν την παγκόσµια τάξη προς το συµφέρον του πολύπαθου ελληνικού Γένους.






































































































