Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή
Τώρα που άνοιξαν τα Σχολεία, φορτώνοµαι τη σάκα µου και ξεκινώ µε τα φτερά της µνήµης, αυτά τα γερά σιδερένια φτερά που ποτέ δε θρυµµατίζονται, για τα Σχολεία του νησιού µου, της Λέσβου.
Εκεί τελείωσα το ∆ηµοτικό και το Γυµνάσιο, και για µένα αυτά τα δύο τα γνωστά µου Σχολεία, είναι τα πιο σπουδαία απ’ όλα όσα έχω δει µέχρι σήµερα.
Στο ∆ηµοτικό Σχολείο Ταξιαρχών στο Καγιάνι, έχω «κρύψει» τις πιο τρυφερές µου αναµνήσεις, ανάµεσα στις κόκκινες βελούδινες ανεµώνες που συναντούσα στον δρόµο µου, στα ιδρωµένα λιόδεντρα, και στο παράξενο εκείνο υγρό χώµα, που το µαλακώναµε και γινόταν σαν πλαστελίνη, και πλάθαµε µ’ αυτό γράµµατα και αριθµούς.
Όµως, το Σχολείο µου αυτό δεν µπορώ να το σκεφτώ, χωρίς την παρουσία του αγαπηµένου δασκάλου, ∆ηµητρίου Παχόγλου, που και τώρα ακόµα, νοµίζω πως τον βλέπω µπροστά µου, άλλοτε αυστηρό και άλλοτε γελαστό, να διδάσκει, να συµβουλεύει, να θυµώνει, να χαίρεται, και να υπερηφανεύεται, συµµετέχοντας και ζώντας κι εκείνος σαν µαθητής σε όλα όσα συνέβαιναν στην τάξη του, ευχάριστα και δυσάρεστα.
Σ’ αυτόν τον δάσκαλό µου οφείλω πολλά! Τις πρώτες µου γνώσεις που ήταν πολύ περισσότερες από αυτές των σχολικών µας βιβλίων. Τις σοφές συµβουλές του, και την επιµονή του σ’ εκείνη τη φράση, που τότε δεν την καταλάβαινα: «Αρπάξτε τη ζωή σας στα χέρια σας, και προχωρήστε µπροστά µε τις δικές σας δυνάµεις, χωρίς φόβους και κλάµατα…». Θυµάµαι τις ζωντανές περιγραφές του για την ανθρώπινη τύχη: «Είναι µια γυναίκα όµορφη… µας έλεγε, που περνά δίπλα µας µόνο µια φορά… Αν, εκείνη τη στιγµή δεν τρέξεις να την αρπάξεις από τα µαλλιά, την έχασες για πάντα».
Τον ακούω να µας θυµίζει, την ώρα που σχολούσαµε, να φέρουµε την επόµενη ηµέρα στην τάξη όλοι από ένα κούτσουρο, για να έχουµε ξύλα να καίµε στη µεγάλη σόµπα που ήταν στην τάξη µας για να ζεσταινόµαστε, γιατί από τα παγωµένα δαχτυλάκια µας, έπεφταν συνέχεια -το είχαµε κάνει και παιχνίδι- τα µολύβια στο πάτωµα κάνοντας θόρυβο που µας έφερνε γέλια.
Κι εγώ; Άριστη µαθήτρια! Πρώτη στην τάξη, κι ο πατέρας µου, όταν συναντούσε τον δάσκαλο, δεν προλάβαινε να τον ρωτήσει, γιατί του έδινε αµέσως την απάντηση: «Πολύ καλή είναι, άριστη, η πρώτη στην τάξη… Να είσαι ήσυχος». Βέβαια, καλέ µου δάσκαλε, αυτό που δε θα ξεχάσω ποτέ, είναι, πόσο δίκαιος ήσουν στη δουλειά σου. ∆ιακρίσεις δεν έκανες ποτέ, και όταν έπρεπε να «πέσει» η τιµωρία µε τις ξυλιές στις παλάµες, οι ξυλιές ήταν όλες ίδιες, και η βέργα έκανε σε όλα τα παιδιά την ίδια δουλειά. Ακόµα και στις πιο βαριές αταξίες των παιδιών και τα σοβαρά λάθη τους, ένα ελαφρό «χαστουκάκι» στο µάγουλο, µας προκαλούσε περισσότερο ντροπή, παρά πόνο. Και τώρα που το σκέπτοµαι αυτό έρχεται στο νου µου µια φράση του Ν. Καζαντζάκη: «∆εν είµαι ούτε καλός, ούτε κακός. Είµαι δίκαιος». Και ο δάσκαλός µου ήταν πολύ δίκαιος!
Όµως, αγαπηµένε µου δάσκαλε, εκείνο το απρόβλεπτο και µοναδικό χαστούκι που έφαγα από σένα στο ∆ηµοτικό Σχολείο για το «παράπτωµά µου», νοµίζω ότι ήταν πολύ δυνατό. Βέβαια, τώρα που θυµάµαι το γεγονός και τα λόγια που είπα -και µάλιστα µε µεγάλο θράσος- καταλαβαίνω πόσο δίκιο είχες τότε.
Ήταν για τον εκκλησιασµό µας. Τη ∆ευτέρα, όσα παιδιά δεν είχαν πάει στην Εκκλησία την Κυριακή, έπρεπε να εξηγήσουν το λόγο. Εγώ, που µια Κυριακή δεν είχα πάει στην Εκκλησία, – στην ερώτηση του δασκάλου µου: «Εσύ, γιατί δεν πήγες;» ανασηκώθηκα στις µύτες των παπουτσιών µου και γεµάτη χαρά και περηφάνια, είπα: «Γιατί άκουσα τη Λειτουργία από το ράδιο…». Τότε έπεσε το γερό χαστούκι, και µόλις συνήλθα απ’ τα κλάµατα και τη ντροπή -πρώτη µαθήτρια βλέπεις- ακολούθησαν για ώρες οι σοφές συµβουλές του καλού δασκάλου µου, ποια είναι η διαφορά ν’ ακούς τη Λειτουργία στο ράδιο, από το να πηγαίνεις στην Εκκλησία.
Ο δάσκαλός µου, ∆ηµήτρις Παχόγλου, έχει και θα έχει πάντα, µια ξεχωριστή θέση στην ψυχή µου.
Όταν ο πατέρας µου -τελειώνοντας εγώ το ∆ηµοτικό-, τον ρώτησε: «Τώρα, τι µε συµβουλεύεις εσύ να κάνω;
Πώς θα κατεβαίνει από το χωριό στη Μυτιλήνη; Είναι µικρό». Τότε, ο δάσκαλός µου «πετάχτηκε» επάνω θυµωµένος, και σφίγγοντας το µπράτσο του πατέρα µου, του φώναξε: «Μα τι µου λες τώρα; Είσαι καλά; ∆εν µπορείς να εµποδίσεις αυτό το παιδί να προχωρήσει… Θα το µετανιώσεις και θα το έχεις βάρος στην ψυχή σου σε όλη σου τη ζωή…». Έτσι έδωσα εξετάσεις στο Γυµνάσιο Θηλέων Μυτιλήνης, πέτυχα, και µετά συνέχισα τις σπουδές µου στην Αθήνα.
Σ’ ευχαριστώ, καλέ µου δάσκαλε! Αν µε ακούς εκεί που είσαι, θέλω να ξέρεις, ότι ένα µεγάλο κοµµάτι από αυτά που έκανα στη ζωή µου -πολλά ή λίγα- το οφείλω σε σένα!








































































































