Εμείς, απλά αντιγράφουμε… «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ – ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ- Κυριακή 22 Μαρτίου 2009» Συνέντευξη στην ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ.
Κι ύστερα, δεν ήρθαν οι …μέλισσες. Ύστερα ήρθε η Καθημερινή της Κυριακής και η συνέντευξη του γλύπτη Θόδωρου, μέρος της οποίας αντιγράφουμε ως έχει, επειδή πιστεύω πως μας αφορά…
– Η γλυπτική, επειδή μπορεί να τοποθετηθεί σε δημόσιους χώρους, δεν χρειάζεται ίσως διαμεσολάβηση. Αυτό δεν είναι το πλεονέκτημά της;
– Η διαμεσολάβηση του δημόσιου έργου είναι διαφορετική καθώς περνάει μέσα από την κουλτούρα της εκάστοτε εξουσίας. Πόσες φορές δεν έχουμε δει δημάρχους ή άλλους κρατικούς παράγοντες να στήνουν στην πόλη αναχρονιστικούς και κακόγουστους ανδριάντες, που δεν έχουν καμιά σχέση με την εποχή μας; Και στην Αθήνα έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα, κάποια ευτυχώς ξηλώθηκαν. Όταν μου ζήτησαν να κάνω έργο για το Αττικό Μετρό στο Σύνταγμα, το σκέφτηκα πολύ πριν απαντήσω. Απάντησα μετά από μελέτη του χώρου, της λειτουργίας και της σημασίας του. Από την επιτροπή κρίσης ζήτησα να είναι αυστηρή στην αξιολόγησή της, καθώς αποτελούσαν εν δυνάμει το πρώτο κοινό, πριν οι Αθηναίοι πολίτες υποστούν το «έργο μου». Όταν ένας καλλιτέχνης δημιουργεί για τον δημόσιο χώρο, πρέπει να συναισθάνεται την ευθύνη. Γιατί είναι άλλο να κάνεις έργο για να το βάλεις στον καμπινέ σου, στο σαλονάκι σου ή στο ατελιέ σου και άλλο στην πλατεία του χωριού ή της πόλης. Όσο καταξιωμένος και αν είναι ο καλλιτέχνης, δεν μπορεί να κάνει το κέφι του φορτώνοντάς το στην καμπούρα του δημόσιου χώρου. Η Αθήνα είναι γεμάτη από τέτοια δείγματα που αποτελούν αισθητική ρύπανση. Το πρόβλημα της γλυπτικής στο δημόσιο χώρο, είναι πως συχνά ο καλλιτέχνης ξεχνά τη σημασία του κοινωνικού πλαισίου, μέσα στο οποίο θα τοποθετήσει το έργο του. Μπορεί κάτι μέσα στο ατελιέ να λάμπει και σε μια πλατεία να είναι εντελώς ακατάλληλο.
❏ ❏ ❏
«Και τώρα, για μάς εδώ να πούμε» ώ Μαρουσιώτες, (όπως λέει ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες). Και να πούμε ή μάλλον να ξαναπούμε δια στόματος ειδήμονος αυτή τη φορά, ότι: Έτσι πρέπει να σκέπτεται ο καλλιτέχνης πριν «φορτώσει στην καμπούρα του δημόσιου χώρου το κέφι του». Έτσι πρέπει να «μετράει» ο καταξιωμένος καλλιτέχνης «το κοινωνικό πλαίσιο» και να ΣΕΒΕΤΑΙ τον άνθρωπο που θα βρεθεί έτσι κι αλλιώς μπροστά από το έργο του, θέλει δεν θέλει. «Να συναισθάνεται την ευθύνη πριν οι πολίτες υποστούν το έργο» του!
Έτσι πρέπει να σκέπτεται και να πράττει ο καλλιτέχνης, διότι… «Το πρόβλημα της γλυπτικής στο δημόσιο χώρο, είναι πως συχνά ο καλλιτέχνης ξεχνά τη σημασία του κοινωνικού πλαισίου, μέσα στο οποίο θα τοποθετήσει το έργο του. Μπορεί κάτι μέσα στο ατελιέ να λάμπει και σε μια πλατεία να είναι εντελώς ακατάλληλο.»…
Ή και επικίνδυνο -λέω εγώ τώρα- να εξάψει φαντασίες που θα ψιθυρίσουν όσες φορές το αντικρίσουν, εκείνο το ηρωικό – νοσταλγικό τραγούδι που λέει «να ’τανε το ’21»!!! Τότε που ο Μαρουσιώτης ηγούμενος της Μονής Πεντέλης, φρόντιζε για τον εφοδιασμό των αγωνιστών με μπαρουτόβολα από το εργαστήρι του μοναστηριού του. Και τι; Μαρούσι-Πεντέλη ένα τσιγάρο δρόμος. Το ’21 είναι μακριά. Τα «παλληκάρια του αγώνα» -που η ειρήνη, τους έχει το ίδιο ανάγκη με τους καιρούς του πολέμου- είναι «αλλού νυχτωμένα», ενώ η αδελφή του Σβατζενέγκερ που παρασταίνει την ΑΜΑΡΥΣΙΑ ΑΡΤΕΜΗ, έξω από το Δημαρχείο Αμαρουσίου, αποτελεί «αισθητική ρύπανση». Όπερ, έδει δείξαι!…
ΤοποΓράφει η Θέμις







































































































