O δημοσιογράφος, λειτουργώντας καθημερινά υπό συνθήκες έντονης πίεσης και ασχολούμενος σχεδόν σε βαθμό εμμονής με τα θέματα του αντικειμένου του, διατρέχει τον σοβαρό κίνδυνο να χάσει την επαφή με την πραγματική… ζωή και μαζί με αυτήν την επαφή να απωλέσει και την ικανότητά του να αφουγκράζεται και να προβλέπει τις κοινωνικές μεταβολές.
Tου Θάνου Σταθόπουλου
Κάτι ανάλογο συμβαίνει αυτήν την περίοδο με τους αυτοδιοικητικούς συντάκτες. Περιφερόμενοι από προεκλογική συγκέντρωση σε συγκέντρωση και επεξεργαζόμενοι τόνους χαρτιών με προεκλογικό υλικό συνδυασμών και υποψηφίων, έχουν την αίσθηση ότι όλη η γη γυρίζει γύρω από τις Δημοτικές και Περιφερειακές Εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου.
Δεν είναι τυχαίο ότι, όποτε βρίσκομαι σε παρέες εκτός του χώρου μου και αναφέρομαι στις επερχόμενες εκλογές, μού τίθεται -σε διάφορες παραλλαγές, αλλά πάντα με την ίδια κεντρική ιδέα- η ερώτηση: «Καλά, εκτός από τους υποψήφιους, έναν μικρό κύκλο ατόμων πέριξ αυτών κι εσάς τους δημοσιογράφους, ποιοι άλλοι νομίζεις ότι ασχολούνται με τις εκλογές;¨. Και το ερώτημα αυτό δεν το κάνουν άνθρωποι που, από πεποίθηση ή αντίδραση, διατηρούν στάση απολιτική, αλλά ενεργές μονάδες της κοινωνίας μας.
Και κάπου εκεί με πιάνει μελαγχολία και με καταλαμβάνει αίσθημα ματαιότητας για τα πράγματα με τα οποία ασχολούμαι καθημερινά. Ε, καλά θα πείτε, αυτό είναι δικό σου πρόβλημα και μπορείς να το λύσεις με τον ψυχολόγο σου. Μακάρι να ήταν έτσι, αλλά φοβούμαι ότι το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό, μα αγγίζει ευρύτερες κοινωνικές ομάδες.
Η πολιτική και οι πολιτικοί καλλιέργησαν με τα χρόνια μια αίσθηση ματαιότητας σε ολόκληρο το εκλογικό σώμα. Οι εκλογές έχασαν τα δημοκρατικά χαρακτηριστικά τους και μετατράπηκαν σε πανάκριβο, αλλά ανούσιο, θέαμα.
Φωτογραφίες υποψηφίων που έχουν υποστεί τέτοιας έκτασης τεχνική επεξεργασία ώστε τα εικονιζόμενα πρόσωπα να μοιάζουν ελάχιστα με τα αληθινά. Μεταφερόμενοι κομματικοί – παραταξιακοί στρατοί που μετακινούνται από περιοχή σε περιοχή για να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της κοινωνικής συμμετοχής-αποδοχής του υποψηφίου. Υψηλά αμειβόμενοι σύμβουλοι επικοινωνίας, σύγχρονοι λογογράφοι και άλλοι συγγραφείς και επιμελητές δελτίων Τύπου, στρατευμένοι όλοι στην ίδια αποστολή: Να εκπαιδεύσουν τον υποψήφιο αρχηγό στο πώς θα στηθεί, τι θα πει και κυρίως στο ΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΠΕΙ.
Η ουσία δεν έχει καμιά σημασία. Όλα στηρίζονται στο θέαμα, στον συνεχή «βομβαρδισμό» του πολίτη-θεατή, ακροατή, αναγνώστη με «ευκολοχώνευτα» μηνύματα, τα οποία σκοπεύουν στο θυμικό του, αφήνοντας τη λογική να… ξεστρατίζει.
Στον αγώνα αυτόν δεν κερδίζει σχεδόν ποτέ ο καλύτερος, αλλά ο καλύτερα στημένος. Δεν φθάνουν οι «φρέσκες» ιδέες, οι οραματικοί σχεδιασμοί, η θέληση ν’ αλλάξεις το χωριό σου, την πόλη σου, την περιφέρειά σου, τη χώρα σου. Θα πρέπει να διαθέτεις και το χρήμα -και μιλάμε για πολύ χρήμα- προκειμένου να στηρίξεις τον προεκλογικό αγώνα σου.
Μόνο που για να αποκτήσεις αυτό το χρήμα, με εξαίρεση ίσως την περίπτωση που διαθέτεις μεγάλη προσωπική περιουσία, είσαι υποχρεωμένος να δεσμευτείς απέναντι στον όποιο χορηγό-χρηματοδότη σου. Οπότε, τότε πάνε και οι «φρέσκες» ιδέες και οι οραματικοί σχεδιασμοί και η θέληση για ανατροπές.
Δυστυχώς, ζούμε στην εποχή της εικόνας και της ανεξέλεγκτης, «αφιλτράριστης» πληροφορίας. Τι πιο δημοκρατικό θα πει κάποιος. Γιατί να «φιλτράρεται» η πληροφόρηση και ποιοι δικαιούνται να αποτελούν τα «φίλτρα» της πληροφόρησής μας; Το ερώτημά τους είναι η μια όψη του νομίσματος. Η άλλη όψη έχει να κάνει με το πόσος χρόνος αφήνεται στον σύγχρονο άνθρωπο να επεξεργαστεί, να «φιλτράρει» μόνος τους τις πληροφορίες που δέχεται. Η απάντηση είναι καθόλου χρόνος. Το ένα μήνυμα διαδέχεται το άλλο με κινηματογραφική ταχύτητα, ώστε να μη σου μένει στιγμή να το ξανασκεφτείς, να το εκλογικεύσεις.
Εξάλλου, το γράψαμε. Στόχος δεν είναι να σε πείσω γιατί αξίζω να με ψηφίσεις, αλλά να σου «πουλήσω» όσο γίνεται καλύτερα τον εαυτό μου. Και όσο βρίσκω πρόθυμους «πελάτες» να αγοράσουν το «εμπόρευμά» μου δεν βρίσκω τον λόγο γιατί ν’ αλλάξω τη «φάμπρικα»…





































































































