Η λογοτεχνία υπήρξε για χρόνια αντικείμενο μελέτης, διδασκαλίας και βαθιάς προσωπικής σχέσης για τη φιλόλογο και πανεπιστημιακή ερευνήτρια Γιούλη Χρονοπούλου. Σήμερα, αυτή η μακρά διαδρομή οδηγεί σε μια νέα δημιουργική έκφραση μέσα από τη συλλογή διηγημάτων «Άρωμα Φουζέρ», ένα νέο και δημιουργικό βήμα στο πεδίο της λογοτεχνικής γραφής.
Στις σελίδες του βιβλίου, 25 ιστορίες συνθέτουν ένα πολυφωνικό σύμπαν ανθρώπινων εμπειριών. Οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, προσωπικές διαδρομές, μικρές καθημερινές στιγμές αλλά και μεγάλα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την ελληνική κοινωνία περνούν μέσα από τις αφηγήσεις της συγγραφέως. Όπως και το ίδιο το άρωμα που δανείζει τον τίτλο του στο βιβλίο, τα διαφορετικά αυτά στοιχεία συνθέτουν μια ενιαία αίσθηση: μια ματιά στον κόσμο τρυφερή, ευαίσθητη και βαθιά ανθρωποκεντρική.
Με αφορμή την έκδοση της συλλογής, που έχει ήδη γνωρίσει ιδιαίτερα θερμή υποδοχή και την παρουσίαση της στον Μορφωτικό Εξωραϊστικό Όμιλο (Μ.Ε.Ο) Νέου Ψυχικού, η συγγραφέας μιλά στην «ΑΜΑΡΥΣΙΑ» για την απόφαση να στραφεί στη λογοτεχνία, για την εμπειρία της διδασκαλίας των μεγάλων δημιουργών σε γενιές μαθητών και για τον ρόλο της ανάγνωσης ως απαραίτητης αφετηρίας κάθε συγγραφικής διαδρομής.
Συνεντευξη: Αθανασια Καραμουτα
«Άρωμα Φουζέρ». Μια βαθιά ανθρώπινη συλλογή ιστοριών. Πείτε μας λίγα λόγια γι’ αυτήν.
Κατ’ αρχάς, σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη, αλλά και για τον χαρακτηρισμό της συλλογής. Το «Άρωμα φουζέρ» είναι μια συλλογή 25 διηγημάτων, ως επί το πλείστον ρεαλιστικών, με ποικίλη θεματολογία. Καταπιάνεται με τις ανθρώπινες σχέσεις (οικογενειακές, ερωτικές, κοινωνικές), με τα συναισθήματα και τις στάσεις των ανθρώπων, με τις ψυχικές (και κάποτε τις φυσικές) πορείες και μετακινήσεις τους, αλλά και με τον αντίκτυπο των ιστορικών γεγονότων πάνω τους, αφού το βιβλίο αγγίζει και κάποιες ιστορικές περιστάσεις, από τη μικρασιατική καταστροφή και τον εμφύλιο μέχρι τη χούντα και τις προσφυγικές ροές, χωρίς ωστόσο να εστιάζει σε γεγονότα. Το συνεκτικό στοιχείο της συλλογής, εκτός από το ύφος και τον τρόπο γραφής βέβαια, είναι η ματιά μου στον κόσμο, που προσπαθώ να είναι τρυφερή, ανθρωπιστική, συμπεριληπτική.
Πώς προέκυψε αυτός ο «μεθυστικός» τίτλος για τη συλλογή των διηγημάτων σας;
«Άρωμα φουζέρ» είναι ο τίτλος ενός διηγήματος και είναι σύνηθες ένα διήγημα να ονοματίζει μια συλλογή. Ωστόσο, εδώ ο τίτλος λειτουργεί και συμβολικά, διότι όπως το άρωμα φουζέρ, καθώς αναφέρεται και στο εν λόγω διήγημα, αποτελείται από διαφορετικά συστατικά αναδίδοντας ωστόσο ένα αναγνωρίσιμο άρωμα, έτσι και το βιβλίο απαρτίζεται από ποικίλες ιστορίες, αναδίδοντας εντέλει ένα άρωμα ή ίσως διάφορες νότες ενός αρώματος, που θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε άρωμα ανθρωπιάς. Τον τίτλο τον οφείλω σε μεγάλο βαθμό στην Αρετή Μπουκάλα, επιμελήτρια του εκδοτικού οίκου, με την οποία συνεργάστηκα πολύ αρμονικά. Θεωρώ ότι υπήρξε ένας πετυχημένος και πράγματι μεθυστικός, όπως λέτε, τίτλος, αφού συνδυάζει την οικειότητα και ελκυστικότητα του αρώματος με το παραξένισμα του φουζέρ (που σημαίνει φτέρη), το οποίο πολλοί δεν γνωρίζουν αφού κυριαρχούσε σε παλιότερες εποχές, προσδίδοντας έτσι και έναν νοσταλγικό τόνο.
Αν και έχετε παρουσία στα εκδοτικά πράγματα με επιστημονικά συγγράμματα, αυτή είναι η πρώτη φορά που δοκιμάζεστε στο λογοτεχνικό πεδίο. Ήταν μια εξέλιξη που απλώς καθυστέρησε ή προέκυψε ως εσωτερική ανάγκη έκφρασης;
Πάντα μ’ έναν τρόπο έγραφα, κυρίως δοκιμιακά και κριτικά κείμενα, ενώ λογοτεχνικά είχα παλιότερα καταπιαστεί με την ποίηση, αλλά μια παράδοξη συστολή με εμπόδισε από οποιαδήποτε απόπειρα δημοσίευσης και έκδοσης. Πάντως, ένιωθα ότι έχω μια λογοτεχνική κλίση και κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι μπορώ να γράψω διήγημα, ένα είδος που αγαπώ, με παράδοση στην Ελλάδα, που μάλιστα τα τελευταία χρόνια επανέρχεται δυναμικά. Έτσι, με κάποιες αφορμές ξεκίνησα, έδειξα τα κείμενά μου σε οικείους ανθρώπους, αλλά και ανθρώπους του χώρου, που με ώθησαν να δημοσιεύσω. Και, καθώς σήμερα το συνολικό τοπίο (ηλεκτρονικά περιοδικά, κοινωνικά δίκτυα) διευκολύνει τη δημοσίευση και δημιουργεί ένα περιβάλλον πρόσφορο και άνετο, απελευθερώθηκα από αναστολές και προχώρησα στις πρώτες δημοσιεύσεις, που, καθώς είχαν θετική υποδοχή, οδήγησαν σταδιακά στο χτίσιμο της συλλογής και στην έκδοση.
Πιο δύσκολο είναι να διδάσκει κανείς λογοτεχνία ή να την δημιουργεί;
Και στις δύο περιπτώσεις χρειάζεται να κατέχεις τα εργαλεία και είτε να τα ξεκλειδώνεις στη διδασκαλία είτε να τα χρησιμοποιείς στη δημιουργία. Και οι δύο δραστηριότητες έχουν δυσκολία και απαιτούν κάποια ικανότητα, διαφορετική σε κάθε περίπτωση. Εγώ αγαπώ και τις δύο. Βέβαια, η δημιουργία είναι πιο δύσκολη και μπορούν να την ασκήσουν με επιτυχία λιγότεροι, ωστόσο και η (καλή) διδασκαλία έχει τις απαιτήσεις της. Άλλωστε, τώρα πια στην τάξη κυρίως επιδιώκουμε όχι τόσο να μεταδώσουμε κάποια αντικειμενική γνώση στα παιδιά, αλλά να καταφέρουμε ώστε να επικοινωνήσουν και με υποκειμενικό τρόπο με το κείμενο ώστε να τα αγγίξει, επιδιώκοντας συχνά και με τη δημιουργική γραφή να εκφραστούν με αφορμή το εκάστοτε λογοτέχνημα.
Έχετε περάσει χρόνια από τις τάξεις, διδάσκοντας λογοτεχνία. Μιλήστε μας για το συναίσθημα να μιλάτε για σπουδαίους ποιητές και πεζογράφους σε νέους ανθρώπους.
Αγαπώ τη λογοτεχνία και διαβάζω από μικρό παιδί, καθώς είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα σπίτι με τεράστια βιβλιοθήκη. Μου αρέσει φυσικά να τη διδάσκω και παρότι, όπως ήδη υπονόησα, δεν προσεγγίζουμε πια τη λογοτεχνία με τη βιογραφική μέθοδο, ωστόσο παραμένει συναρπαστικό -και για τα παιδιά- η αναφορά σε σημαντικές προσωπικότητες που σφράγισαν την πνευματική ζωή του τόπου και όχι μόνο. Και μολονότι συχνά -και ορθά- διαχωρίζουμε τους δημιουργούς από τα δημιουργήματά τους, ωστόσο δεν γίνεται να μη συνδέσεις, για παράδειγμα, τον Ρίτσο ή τον Βάρναλη με την ιδεολογία τους και τις διώξεις τους.
Σε αυτή τη διαδρομή συναντήσατε μαθητές που εμπνεύστηκαν από εσάς και ασχολήθηκαν και στην πορεία της ζωής τους με τη λογοτεχνία;
Δεν ξέρω αν ενέπνευσα μαθητές – το εύχομαι να έχει συμβεί. Όμως, προς μεγάλη μου ευχαρίστηση παλιοί μαθητές μου έχουν ασχοληθεί και μάλιστα πετυχημένα με τη λογοτεχνία και μακάρι πίσω από αυτό να βρίσκεται και μια υπόγεια δική μου επίδραση.
Συμμερίζεστε την άποψη ότι για να μπορέσει να γράψει κάποιος, πρέπει πρώτα από όλα να είναι αναγνώστης;
Πρόκειται για μια αναμφισβήτητη αλήθεια, παρότι όλοι οι κανόνες έχουν εξαιρέσεις. Θεωρώ, πράγματι, ότι η βασική προϋπόθεση της γραφής είναι η ανάγνωση. Και η ανάγνωση άλλωστε απαιτεί κάποιο ταλέντο. Χρειάζεται ένα χάρισμα για να μπορέσεις να νιώσεις τη λογοτεχνία. Η συγκίνηση που (πρέπει να) απορρέει από τη λογοτεχνία οφείλεται και στον αναγνώστη, που προσεγγίζει το έργο με τον δικό του κόσμο, περισσότερο ή λιγότερο πλούσιο, με τις δικές του ευαισθησίες, περισσότερο ή λιγότερο δυνατές. Πάντως, η ανάγνωση διευρύνει εξ αντικειμένου τον κόσμο του αναγνώστη, εμπλουτίζει τις εμπειρίες του, τα συναισθήματά και το γλωσσικό του πεδίο, εκτός του ότι τον εξοικειώνει με τεχνικές επιλογές, συνεπώς είναι μια μαθητεία εξαιρετικά πολύτιμη για την ίδια τη γραφή.
Πού εντοπίζετε – αν υπάρχουν – καλά στοιχεία στην σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή; Υπάρχουν σήμερα κείμενα που θα αξιοποιούσατε στην διδασκαλία σας;
Κατ’ αρχάς στις μέρες μας έχει αυξηθεί εντυπωσιακά η συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα, μολονότι πολλές φορές ακούγεται ότι παράγουμε περισσότερα βιβλία από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε. Ασφαλώς ανάμεσά τους υπάρχουν πολλά αξιόλογα έργα σε όλα τα λογοτεχνικά είδη (ποίηση, διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα), πολλά από τα οποία προσφέρονται και για διδακτική αξιοποίηση, όπως συχνά συμβαίνει με πρωτοβουλία πολλών εκπαιδευτικών. Κάποια έχουν ενταχθεί σε ένα πρόσφατο εγχειρίδιο της Γ΄ Λυκείου και ακόμα περισσότερα -φαντάζομαι- στα σχολικά βιβλία που ετοιμάζονται.
Μέχρι στιγμής, το βιβλίο σας σημειώνει μια αξιοπρόσεκτη πορεία. Πώς είναι το συναίσθημα;
Είναι μεγάλη η χαρά μου με την αποδοχή που γνωρίζει το βιβλίο, διότι εφόσον αποφάσισα την έκδοση, δηλαδή την έκθεση, με ενδιαφέρει πραγματικά η γνώμη των αναγνωστών και αναγνωστριών και είναι αλήθεια ότι αρχικά είχα αγωνία για την υποδοχή. Τα μηνύματα που παίρνω είναι πολλά και συχνά ενθουσιώδη, υπερβαίνοντας και τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες μου. Διηγήματα του βιβλίου διδάσκονται σε πολλές τάξεις με πρωτοβουλία εκπαιδευτικών ή σε ομάδες φιλαναγνωσίας των σχολείων, το βιβλίο έχει φιλοξενηθεί σε λέσχες ανάγνωσης, έχει προκαλέσει πολλά δημόσια θετικά σχόλια, έχει προταθεί από εφημερίδες και βιβλιοπωλεία, ενώ έχουν γραφτεί πολλές και επαινετικές κριτικές και μόλις προχθές συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα για τα βραβεία πεζογραφίας του έγκριτου περιοδικού «Χάρτης». Μου δίνει απέραντη ικανοποίηση το γεγονός ότι το άρωμα του βιβλίου αγγίζει μικρούς και μεγάλους εξίσου, ενώ όλα τα διηγήματα έχουν κερδίσει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις διαφορετικών αναγνωστών.
Σημαντικό ρόλο, να φανταστούμε, παίζει και η συνεργασία με τον εκδοτικό. Πόσο άγχος σας αφαιρεί το να έχετε κάποιον που στηρίζει το έργο σας;
Η «νήσος» είναι ένας μικρός αλλά σοβαρός, αξιοπρεπής και καταξιωμένος εκδοτικός οίκος, με τον οποίον είχα συνεργαστεί και στο παρελθόν – είχα εκδώσει το βιβλίο μου «Ο δρων λόγος. Ρητορική και φιλοσοφία στο έργο του Σοφοκλή»-, από όπου άλλωστε προέκυψε και η παρούσα συνεργασία. Ήμουν τυχερή που η συγγραφή του βιβλίου μου συνέπεσε με το άνοιγμα των εκδόσεων στη λογοτεχνία και τη δημιουργία της πολύ αξιόλογης σειράς «λ», αφιερωμένης στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Οι άνθρωποι της «νήσου», με τους οποίους έχω μια ζεστή και αρμονική σχέση, με πιστεύουν και με στηρίζουν με όσες δυνάμεις διαθέτουν, πράγμα που ασφαλώς λειτουργεί ενθαρρυντικά και ανακουφιστικά.
Είχατε πρόσφατα παρουσίαση στον Μορφωτικό Εξωραϊστικό Όμιλο Νέου Ψυχικού. Γνωρίζουμε ότι με την πρόεδρο του Ομίλου σας συνδέει μια μακρά και συγκινητική φιλία. Πώς ήταν που ανταμώσατε σε μια τόσο όμορφη εκδήλωση με εσάς τιμώμενο πρόσωπο;

Έχετε πολύ καλή πληροφόρηση. Πράγματι, η Σοφία Μαστρογιωργάκη, η πολύ δραστήρια και ικανή πρόεδρος του Ομίλου, είναι παιδική μου φίλη, συμμαθήτρια από το Δημοτικό μέχρι τη Γ΄ Λυκείου. Ήταν, λοιπόν, μεγάλη η χαρά και η συγκίνησή μου για την πρωτοβουλία της να οργανώσει αυτή την πολύ φροντισμένη παρουσίαση με έναν επίσης καλό μου φίλο από τα φοιτητικά χρόνια, συγγραφέα και μέλος του Ομίλου, τον Μιχάλη Κατσιμπάρδη, που για πολλά χρόνια υπηρέτησε με ζήλο την εκπαίδευση στο Νέο Ψυχικό. Ήταν μια πολύ όμορφη και ζεστή βραδιά, την οποίαν τίμησαν κάτοικοι της πόλης, αλλά και συμμαθητές και συμμαθήτριές μας που προσέδωσαν μια συναισθηματική φόρτιση στην εκδήλωση.
Πόσο σημαντικό είναι να διατηρούνται οι ανθρώπινες σχέσεις αναλλοίωτες στο χρόνο;
Όπως φάνηκε ήδη, είναι αυτονόητα σημαντική η διατήρηση των σχέσεων, ακόμα κι αν δεν είναι αναλλοίωτες ή αδιάλειπτες, ωστόσο παραμένουν στον πυρήνα τους. Και είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα κι αν έχεις χαθεί με κάποιους ανθρώπους μέσα στο διάβα της ζωής, όταν ξαναβρίσκεσαι νιώθεις ότι δεν έχει περάσει ο χρόνος, η οικειότητα είναι δεδομένη, η χαρά σε κατακλύζει και σου δίνει δύναμη για τα επερχόμενα.
Ποια είναι τα επόμενα συγγραφικά σας σχέδια;
Παρότι συνεχίζω να γράφω, εντούτοις δεν βιάζομαι για το επόμενο συγγραφικό βήμα. Βρίσκομαι ακόμα στη δίνη του πρώτου βιβλίου, που συνεχίζει το καλό του ταξίδι, το οποίο θέλω να απολαύσω. Από την άλλη, δεν κρύβω ότι ακριβώς λόγω της μεγάλης αποδοχής του έχω αυξημένη αγωνία για το επόμενο βήμα και αρκετούς προβληματισμούς για τη φυσιογνωμία του.
Ως εκπαιδευτικός, λογοτέχνης και αναγνώστρια, τι συμβουλή θα δίνατε σε κάποιον που έχει ιδέες και όνειρο να γράψει τα δικά του κείμενα, αλλά διστάζει;
Καθώς, όπως είπα και προηγουμένως, η εποχή μας διευκολύνει την έκθεση, παρωθεί μάλιστα σε αυτήν, και άρα ο δισταγμός ολοένα και λιγοστεύει, θα έλεγα ότι κάποιος που πραγματικά νιώθει την πηγαία ανάγκη να ασχοληθεί με τη γραφή αξίζει να δοκιμάσει με τις δικές του βέβαια δυνάμεις και με τη συνδρομή της ανάγνωσης και όχι της τεχνητής νοημοσύνης, στην οποίαν πολλοί καταφεύγουν για να καταστούν συγγραφείς.





































































































