Πριν από πολλά, πολλά χρόνια, σε ένα μικρό κι ασήμαντο αθηναϊκό προάστιο που μόλις είχε μπει στο σχέδιο πόλης, άρχισαν δειλά δειλά να χτίζονται τα πρώτα καινούρια σπίτια. Εκεί όπου μέχρι πρότινος υπήρχαν τεράστιες αλάνες από ανεκμετάλλευτα οικόπεδα και διάσπαρτα βρίσκονταν ορισμένα χαμόσπιτα που υπήρχαν ήδη από πολύ παλιά, σιγά σιγά άρχισαν να σηκώνονται μεγάλες και πολυτελείς μονοκατοικίες. Με τον καιρό άρχισε να δημιουργείται μια γειτονιά με ανθρώπους που μόχθησαν πολύ, δούλεψαν σκληρά, πήραν και δάνεια για να φτιάξουν τα σπίτια των ονείρων τους και τελικά τα κατάφεραν. Αν και στην αρχή υπήρχε ένας σχετικός ανταγωνισμός για το ποιου το σπίτι είναι το καλύτερο, έπειτα από λίγο καιρό συμβίωσης, αυτά άρχισαν να ξεπερνιούνται.
Το βασικό πρόβλημα ήταν ότι, εξαιτίας του γεγονότος ότι η περιοχή μόλις είχε μπει στο σχέδιο, οι δρόμοι δεν είχαν ανοίξει και οι κάτοικοι αναγκάζονταν να πηγαίνουν στα σπίτια τους μέσα από χωματόδρομους, βάζοντας πολλές φορές σε κίνδυνο τα αυτοκίνητά τους. Ένας ακόμα λόγος, ήταν ότι η γειτονιά είχε χτιστεί στην κορυφή του βουνού, με συνέπεια κάθε φορά που έβρεχε να κατεβαίνουν νερά και πέτρες, να ανοίγουν μεγάλοι λάκκοι και η μετακίνηση να είναι πολύ δύσκολη. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν για πολλά χρόνια στον Δήμο να τους φτιάξει δρόμους. Ο δήμαρχος τους απαντούσε πως δεν υπάρχουν χρήματα να γίνει ο δρόμος και πως θα πρέπει να κάνουν υπομονή, όμως, εκείνοι δεν τον πίστεψαν και στις επόμενες εκλογές τον καταψήφισαν. Ο καινούριος δήμαρχος υποσχέθηκε πως θα κάνει ό,τι μπορεί, αλλά κι αυτός πάλι δεν έκανε τίποτα. Έτσι και στις επόμενες εκλογές τον καταψήφισαν και στη θέση του εξέλεξαν άλλο. Ο τελευταίος καθυστέρησε πολύ, αλλά έπειτα από αρκετό καιρό ανακοίνωσε ότι βρήκε τα χρήματα και επιτέλους θα ανοίξει τον δρόμο.
Τότε, όμως, άρχισαν άλλα προβλήματα. Τα οχήματα της οδοποιίας έπιασαν δουλειά, αλλά για να την ολοκληρώσουν έπρεπε να κλείσουν τη δίοδο για μερικές μέρες. Οι κάτοικοι άρχισαν να διαμαρτύρονται ότι δεν μπορούν να πάνε στα σπίτια τους και πως είναι ευθύνη του δημάρχου να βρει λύση. Εκείνος προσπάθησε να τους εξηγήσει πως η ταλαιπωρία είναι για το καλό τους και είναι προσωρινή και πως σε λίγο καιρό θα ανοίξει ο δρόμος και θα είναι όλοι χαρούμενοι. Οι κάτοικοι δεν τον πίστεψαν, άρχισαν να διαμαρτύρονται πιο έντονα και να διώχνουν τα οχήματα, με αποτέλεσμα ο δρόμος να μην προχωρά. Κάπως έτσι, ο χρόνος κύλησε γρήγορα και έφτασαν στις επόμενες εκλογές όπου καταψήφισαν και αυτόν τον δήμαρχο γιατί καθυστερούσε να παραδώσει το έργο.
Ο επόμενος που εξελέγη, ζούσε για χρόνια στους πρόποδες της γειτονιάς και γνώριζε την κατάσταση από πρώτο χέρι. Τους έπεισε ότι πρέπει να του δώσουν λίγο χρόνο ταλαιπωρίας και θα είναι όλα όπως πρέπει. Δεσμεύτηκε, μάλιστα, αν καθυστερήσει έστω μια μέρα, ότι θα παραιτηθεί από το αξίωμα του. Οι κάτοικοι το δέχθηκαν, ανέχθηκαν την μικρή, όπως αποδείχθηκε, ταλαιπωρία και σε λίγο καιρό ο δρόμος ήταν έτοιμος. Ο δήμαρχος για να το γιορτάσει, κάλεσε όλη τη γειτονιά για να κόψουν μαζί την κορδέλα και να ξεκινήσουν μια νέα εποχή. Οι κάτοικοι, όμως, δυσαρεστήθηκαν και του διαμήνυσαν ότι δεν υπάρχει λόγος να πανηγυρίζει γιατί έκανε τα αυτονόητα και επίσης γιατί ο ίδιος δεν έχει δικαίωμα να καρπώνεται κόπους και προσπάθειες σε ένα έργο που ξεκίνησαν και άφησαν σχεδόν ολοκληρωμένο οι προκάτοχοί του.
Τον είπαν, μάλιστα, αλαζόνα και του υποσχέθηκαν πως θα τον τιμωρήσουν γι’ αυτό στις επόμενες εκλογές. Και αυτό έκαναν. Καθώς, μάζευε τα πράγματά του για να αδειάσει το γραφείο του και να τον αφήσει στον επόμενο, μπήκε ο νέος νικητής των εκλογών, καμαρωτός, κορδωμένος και ελαφρώς αλαζονικός απέναντι στον ηττημένο. Εκείνος, του παρέδωσε τα κλειδιά και, φεύγοντας, τον χτύπησε τρυφερά στην πλάτη και του είπε μόνο ένα πράγμα: «Θρέψε λύκο το χειμώνα, να σε φάει το καλοκαίρι …»
ΣΗΜ: Την παραπάνω ιστορία την θυμήθηκα με αφορμή μια συζήτηση, στην οποία παραβρέθηκα, με αφορμή τις εκλογές, που δεν είναι τόσο μακριά όσο νομίζουμε. Τη βρήκα ενδιαφέρουσα και σκέφτηκα να τη μοιραστώ με το αναγνωστικό κοινό.




































































































