Είχαν περάσει περίπου τρεις μήνες από την ημέρα που η Σούλα εργαζόταν ως καθαρίστρια στον Δημόσιο Οργανισμό και κάποιο πρωινό η προϊσταμένη των καθαριστριών της εταιρίας, της είπε να παρουσιαστεί στο Γραφείο του προϊσταμένου του αρμοδίου Τμήματος του Οργανισμού για τις εργασίες καθαρισμού. Ο κύριος προϊστάμενος, ένας μεσόκοπος άνδρας με βαμμένα κομοδινί μαλλιά, μόλις είδε τη Σούλα να μπαίνει στο Γραφείο του, άστραψαν τα μάτια του. Ο κύριος προϊστάμενος, ο οποίος προφανώς παρατηρούσε τη Σούλα εδώ και καιρό, της είπε ότι ήταν ευχαριστημένος από τη δουλειά της και θα μπορούσε να τη μεταθέσει σε κάποια πιο ξεκούραστη εργασία, έναντι κάποιου μικρού δικού της ανταλλάγματος…
Η Σούλα όμως είχε αρχίσει να ξυπνά και γνώριζε ότι υπαγόταν εργασιακά στην εταιρία ενοικίασης των εργαζομένων και όχι στον Δημόσιο Οργανισμό και έτσι αρνήθηκε ευγενικά την… πρότασή του. Λίγες ημέρες αργότερα ο κύριος προϊστάμενος την ξανακάλεσε στο Γραφείο του και αυτή τη φορά χρησιμοποίησε χωρίς περιστροφές το μεγάλο του όπλο. Της έδειξε κάποιον ειδικό όρο της σύμβασης που είχε υπογραφεί μεταξύ της εταιρίας της και του Οργανισμού που ανέφερε τα εξής: «Ο Οργανισμός δικαιούται να ζητά την άμεση αποπομπή και αντικατάσταση των μελών του προσωπικού της συνεργαζόμενης εταιρίας ενοικίασης εργαζομένων, για πράξεις ή παραλείψεις τους, που ανεξάρτητα από δόλο ή αμέλεια, καταδεικνύουν ανικανότητα, απειρία, ακαταλληλότητα, αδιαφορία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους…» Η Σούλα σκέφθηκε τα παιδιά της, τα απλήρωτα νοίκια, την άρρωστη μάνα της και άρχισε να αφήνει κομμάτια της αξιοπρέπειάς της… στον δημόσιο τομέα της οικονομίας αυτή τη φορά…
Οι μέρες περνούσαν, η Σούλα είχε μπει για τα καλά στην παραγωγή… Κάποιο πρωινό που πήγε να αναλάβει εργασία, είδε τις συναδέλφους της ανήσυχες να συζητάνε χαμηλόφωνα. Πλησίασε και της εξήγησαν ότι είχε διαπιστωθεί ότι ο εργοδότης τους δεν τους κόλλαγε όλα τα ένσημα του ΙΚΑ. Αποφάσισαν να συναντηθούν το απόγευμα για να συζητήσουν το θέμα και να πάρουν και τη γνώμη κάποιου που γνώριζε από εργατικά. Τελικά απευθύνθηκαν σε κάποιο δικηγόρο και αυτός τους είπε ότι για να έχει κάποια στοιχεία για να τεκμηριώσει την παράβαση, έπρεπε κάποιες από τις καθαρίστριες να του προσκομίσουν ό,τι σχετικά δικαιολογητικά είχαν. Η Σούλα την άλλη μέρα μαζί με τρεις – τέσσερις άλλες συναδέλφους της πήγαν τα χαρτιά τους στον δικηγόρο. Είχε περάσει μια εβδομάδα από το περιστατικό όταν η προϊσταμένη των καθαριστριών της εταιρίας κάλεσε τη Σούλα μαζί με τις άλλες συναδέλφους της που είχαν δώσει τα χαρτιά στον δικηγόρο και τους ανακοίνωσε ότι απολύονται…
Πέρασαν αρκετά χρόνια, τα παιδιά της Σούλας πήγαιναν και τα δυο στο Λύκειο, η ίδια εργαζόταν τώρα σ’ ένα εργοστάσιο στα Οινόφυτα, ξυπνούσε στις πέντε το πρωί και περίμενε στο κρύο ή στη ζέστη το λεωφορείο της εταιρίας για να τη μεταφέρει στη δουλειά της… Ένα ανοιξιάτικο βραδάκι έτρωγε με μια φίλη της σ’ ένα ταβερνάκι κάπου στο Βύρωνα. Και ξαφνικά μπήκαν μέσα στο μαγαζί τρεις άντρες με τις γυναίκες τους… ο κύριος Ιδιαίτερος του πολιτικού, ο κύριος Προϊστάμενος της εταιρίας καθαρισμού και ο κύριος Προϊστάμενος του Δημόσιου Οργανισμού…
Το αίμα της Σούλας ανέβηκε στο κεφάλι της… σαν αστραπή πέρασαν από το μυαλό της σκέψεις, πώς θα μπορούσε να τους κάνει κακό… να ανάθετε σε κάποια επαναστατική οργάνωση, ή σε κάποια μαφία βαλκανικού κράτους την… ευθανασία των «κοπρόσκυλων», να τους γιαούρτωνε για να τους κάνει ρεζίλι μπροστά στις γυναίκες τους, φωνάζοντας ότι αυτοί κομμάτιασαν κάποτε την αξιοπρέπειά της… Η φίλη της παρατήρησε ότι η Σούλα είχε κατακοκκινίσει και ήταν ιδιαίτερα ανήσυχη… Πάμε να φύγουμε είπε στη φίλη της η Σούλα, δεν αισθάνομαι καλά… Βγαίνοντας από την πόρτα της ταβέρνας, ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της Σούλας…
Αχ, Ελλάδα, όπου και να πάω με πληγώνεις…
Δημήτριος Σουλιώτης
Υ.Γ.: Τα γεγονότα είναι φανταστικά, κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα, είναι απλή σύμπτωση









































































































