Δικαίως αναφέρεται τελευταίως στον ημερήσιο Tύπο το θέμα της ανεγέρσεως Ναυτικού Μουσείου επαξίου της ναυτικής δόξας της Ελλάδος, η οποία, ας μη λησμονούμε, τυγχάνει άρρηκτα συνδεδεμένη με την αθάνατη ελληνική μυθολογία και ιστορία και εξυμνείται εσαεί από το ποιητικό και ιστορικό μεγαλείο του Ομήρου, του Θουκυδίδη και τόσων άλλων. Απορία και απογοήτευση προκαλεί το γεγονός ότι η σχετική μελέτη κατασκευής του έχει ήδη υποβληθεί προ πολλών ετών, χωρίς να έχει ληφθεί ουδεμία απόφαση.
Ως συνήθως, το συγκεκριμένο έργο έχει αδρανήσει, όπως εξάλλου συμβαίνει με τα περισσότερα κρατικά προγράμματα, τα οποία λόγω ελλείψεως συντονισμού και προγραμματισμού αναβάλλονται, καθυστερούν και πολλάκις λησμονούνται εις τα αρχεία της λαβυρινθώδους γραφειοκρατίας μας. Και ως συνήθως, τότε παρουσιάζεται ως από μηχανής Θεός ο έμφυτος πατριωτισμός, ο ζήλος και το αίσθημα αλληλεγγύης των Ελλήνων για να συντελέσουν στην υλοποίηση του οράματος. Ένα λαμπρό παράδειγμα τυγχάνει σήμερα το Ναυτικό Μουσείο στον Πειραιά που λειτουργεί άψογα με τη γενναιόδωρη εθελοντική προσφορά των ανθρώπων που το στελεχώνουν, υπό τη δυναμική ηγεσία της κυρίας Αναστασίας Αναγνωστοπούλου – Παλούμπη. Και ναι μεν το υπάρχον Μουσείο τυγχάνει περιορισμένης προβολής λόγω ελλείψεως χώρων και καταλλήλων υποδομών, αλλά είναι σαφώς προτιμότερο από το τίποτα.
Αφού ανοίξαμε σήμερα το κουτί της Πανδώρας, ας μου επιτραπεί να επισημάνω μετά λύπης το γεγονός ότι το ίδιο το ναυτικό μας, με πρωτοφανή έλλειψη ιστορικής συνειδήσεως και προνοητικότητος, αμέλησε, εκτός από την περίπτωση του θωρηκτού «Αβέρωφ», για τη διάσωση ορισμένων από τα ενδοξότερα πολεμικά μας πλοία που σήμερα διαιωνίζουν μεγάλες ναυτικές μας νίκες μέσα από τους υγρούς τους τάφους. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην ατμοκορβέτα «Καρτερία» του μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα Frank Hastings, το οποίο ήταν το πρώτο ατμοκίνητο πλοίο με πανιά που έλαβε μέρος σε πολεμική επιχείρηση, το θρυλικό βρίκιον «Άρης» και τα θωρηκτά «Κιλκίς» και «Λήμνος».
Τα εντυπωσιακά αυτά δίδυμα θωρηκτά (13.000 τόνων, κλάσεως USS Mississippi και USS Idaho αντίστοιχα), αγοράστηκαν από την Αμερική το 1914 και έλαβαν καταλυτικό μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις επιχειρήσεις της Κριμαίας το 1919 και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Αμφότερα εγκαταλείφθηκαν στο μαρασμό και τη λήθη. Η παρουσία ενός εκ των θωρηκτών αυτών με τους απαστράπτοντας δίδυμους ατσαλένιους πύργους του πλησίον του «Αβέρωφ» τον οποίο θα συναγωνιζόταν επαξίως σε δόξα και αίγλη, θα προσέθετε επίσης ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον στο εξαίρετο, εκτάσεως 25 στρεμμάτων Άλσος Ναυτικής Παράδοσης στο Φάληρο.
Ο θρυλικός «Άρης» του Υδραίου Α. Τσαμαδού δοξάστηκε για τη ριψοκίνδυνη και ηρωική διάσπαση του ασφυκτικού κλοιού των πλοίων του Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο την 26η Απριλίου 1825, κατόρθωμα που απαθανάτισαν οι μεγαλύτεροι Έλληνες ζωγράφοι, μεταξύ των οποίων και ο Βολανάκης. Ο «Άρης» υπηρέτησε πιστά τα πάτρια μέχρι τις 25 Μαρτίου 1921 όταν ανατινάχθηκε «τιμητικά» (!!!) με βομβαρδισμό από δικά μας πλοία στον όρμο της Ελευσίνας για τις εκδηλώσεις της 100ετηρίδος από το 1821. Ήταν ένας θλιβερός εορτασμός, αν όχι δολοφονία, και τυγχάνει μια πράξη που αποτελεί εσαεί μια μαύρη κηλίδα στην ιστορία και στη συνείδηση του Ναυτικού μας.
Για την ανέλκυση και αποκατάσταση του «Άρεως» που τυγχάνει μεν δαπανηρή αλλά είναι απολύτως εφικτή, κατόπιν εισηγήσεώς μου, ενδιαφέρθηκε προ ετών ο αείμνηστος Αντιναύαρχος Κων/νος Παραδέλλης – Παΐζης, για πολλά χρόνια Πρόεδρος του Δ.Σ. του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος και ένθερμος υποστηρικτής της ναυτικής μας παραδόσεως. Για την υλοποίηση της όλης επιχειρήσεως προσέφερα μάλιστα τότε και ένα μικρό συμβολικό ποσό για το ξεκίνημα ενός πανελληνίου εράνου, πρωτοβουλία που επικροτήθηκε θερμά από πολλούς φίλους εφοπλιστές. Απ’ ό,τι γνωρίζω ο Ναύαρχος Παΐζης είχε ενημερώσει σχετικά το ΓΕΝ, χωρίς όμως ανταπόκριση.
Δεν μας απομένει πλέον τίποτε άλλο παρά να αναμείνουμε με ελπίδα και εγκαρτέρηση τις σχετικές πρωτοβουλίες και αποφάσεις των Ολυμπίων θεών.
ΙΩΝ ΒΟΡΡΕΣ





































































































