Το πλοίο που λέγεται Ελλάς, ένα κρουαζιερόπλοιο με επιβάτες τη νεοελληνική μπουρζουαζία, φτιασιδωμένο και μεγαλοπρεπές, τώρα δείχνει να εισέρχεται σε τυφώνα και οι επιβάτες του και πάλι να βλέπουν το ναυάγιο όλο πιο κοντά. Κάπως έτσι μπορεί κανείς σκωπτικά να περιγράψει σήμερα την Ελλάδα των «Ελλήνων Χριστιανών».
Του κοινωνιολόγου Γιώργου Σταυράκη
– Η δικτατορία του 1967, μέσα σε λίγα χρόνια, έσυρε τη χώρα στην ανυποληψία, έφερε πιο κοντά έναν πόλεμο με την Τουρκία, και τέλος τιθασεύτηκε το θηρίο με την εισβολή, την κατάληψη, και τον εποικισμό του 40% της Κύπρου. Λίγο νωρίτερα, στις δεκαετίες του 1940, ’50 και ’60, εμείς οι Έλληνες δεν μπορέσαμε να τα βρούμε μεταξύ μας με έναν επαίσχυντο εμφύλιο πόλεμο και με πολιτικούς κατώτερους των περιστάσεων που δεν αξιοποίησαν την νίκη απέναντι στον άξονα, όπως έκαναν άλλοι λαοί, με λιγότερο αίμα στα πεδία των μαχών. Και τότε τι; Η εύκολη λύση. Άνοιξαν διάπλατα τα λιμάνια και οι σταθμοί των τρένων για να μεταφέρουν εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες στη μετανάστευση, στο μισεμό.
– Γνωστός πολιτικός της εποχής το είπε και στη Βουλή:
«Η μετανάστευσις δεν είναι κακό, είναι ευλογία διά τον τόπον (!)»
Τότε οι κατ’ ευφημισμόν λεγόμενες ΔΕΚΟ βρίσκονταν σε νηπιακή κατάσταση και πολλές ακόμη δεν είχαν επινοηθεί για να αποκτήσουν οι βουλευτές μας εκλογική πελατεία με το αθάνατο ρουσφέτι. Έτσι, η προσφιλής ενασχόληση των βουλευτών μας, κυρίως στην επαρχία και τα χωριά, επινόησαν τάχα τον τρόπο για να βοηθούν τους καταφρονεμένους και άνεργους νέους να μεταναστεύσουν στην Αυστραλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ.
– Τα γραφεία των βουλευτών στην Αθήνα ήταν γεμάτη ανθρώπινες ψυχές στην αναμονή μιας θέσης θυρωρού στην πολυκατοικία που ήταν περιζήτητη, αλλά, ακόμη καλύτερα, ένα διαβατήριο με βίζα για την Αυστραλία. Τα κορίτσια, που φτωχές οικογένειες τα «βόλευαν» ως οικιακούς βοηθούς (υπηρέτριες) στα σπίτια ευκατάστατων Αθηναίων, συχνά χωρίς αμοιβή, απλά διατροφή και μια κάμαρη να κοιμηθούν. Οι γονείς από το χωριό για να ανταποδώσουν αυτές τις «καλοσύνες», έφερναν τα δώρα για πεσκέσι ό,τι καλύτερο είχε το σπιτικό τους, στους «άρχοντες Αθηναίους» για να βρεθεί ίσως, ένας καλός γαμπρός. Αλλιώς η λύση ήταν ο ξενιτεμός. Ήταν τα χρόνια εκείνα που ο ανεπανάληπτος Δημήτρης Ψαθάς με το θεατρικό «Ζητείται Ψεύτης» ξεσκέπαζε την αναλγησία των πολιτικών και του συστήματος που είχαν (και έχουν) εκθρέψει.
– Έφτασε η 10ετία του ’80 η αλλαγή ηχούσε ευχάριστα στα αφτιά του λαού μας. Το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, και ο λαός στην εξουσία. Το ποτάμι δεν επρόκειτο να γυρίσει πίσω, μόνο που στην πορεία του έφερε την αναξιοκρατία, τον αμοραλισμό, την ξιπασιά. Η μετανάστευση προσωρινά ανακόπηκε για να έρθουν οι Αλβανοί να ποτίζουν τους αγρούς μας και έτσι να δημιουργηθεί η εργατική ελίτ των γνήσιων ελληναράδων αραγμένων στην καφετέρια αγκαλιά με το φραπέ. Τα λεφτά έρχονταν από το πουθενά, με τις επιδοτήσεις, τα θαλασσοδάνεια, τις αρπαχτές. Και τώρα; Τώρα όλη αυτή η εικοσαετής κραιπάλη -διότι περί κραιπάλης πρόκειται- φτάνει στο τέλος της. Θέσεις για θυρωρούς δεν υπάρχουν, τις θέσεις οικιακών βοηθών τις πήραν οι Φιλιπινέζες και οι Βουλγάρες, η ανεργία για τους νέους με τα masters και τα διδακτορικά, χτυπάει κόκκινο με 30%-40% χωρίς δουλειά.
– Τώρα ο Μινώταυρος του ξενιτεμού ξανά μάς χτυπάει την πόρτα.
– Χιλιάδες νέοι στέλνουν βιογραφικά για μια δουλειά στη Δ. Ευρώπη, την Αυστραλία, τον Καναδά. Τις δεκαετίες το 1940, ’50, ’60 και ’70 έφευγαν τα ανειδίκευτα εργατικά χέρια, τώρα θα φεύγουν τα φωτεινά μυαλά, που τόση ανάγκη τα έχει η Ελλάδα. Και πάλι μοιάζει η Ελλάδα να ξέρει πώς να «τρώει» τα παιδιά της.
Τα μηνύματα των καιρών και τις προειδοποιήσεις που έρχονταν από παντού οι πολιτικοί μας με αφροσύνη, βιδωμένοι στις καρέκλες τους, τα άφηναν να κυλούν κάτω από το χαλί.
Ο Γερμανός φιλόσοφος Νίτσε, όταν ρωτήθηκε από φοιτητές του, ποια είναι η χειρότερη μοίρα για τον άνθρωπο, είναι μια αρρώστια; ένας πόλεμος;
Εκείνος ατάραχος απάντησε: Η χειρότερη μοίρα για τον άνθρωπο είναι να γεννηθεί σε λάθος χώρα και σε λάθος εποχή.
Το μαγκανοπήγαδο λοιπόν ημών των Ελλήνων ξαναγυρίζει από την αρχή με ένα αγωνιώδες ερώτημα. Σε ποιο κόσμο, μπαμπά, μ’ έχεις φέρει να ζήσω; Σε ποια ξένη χώρα, μπαμπά, θα με στείλεις να δουλέψω;
Οι σημερινοί νέοι δεν μας ζήτησαν να γεννηθούν. Εμείς, με δική μας ευθύνη, τους φέραμε στον κόσμο. Έναν κόσμο, αρκούντως βάρβαρο και αφιλόξενο, και ας λένε ότι θέλουν οι αενάως μαθητευόμενοι μάγοι της πολιτικής.
– Με αυτά τα κακέκτυπα πρότυπα της αναξιοκρατίας, του ατομικισμού, πώς θα μοιάζουν οι Έλληνες μετά από 20 ή 30 χρόνια; Αν τα σημερινά παιδιά μας, των πέντε και δέκα χρονών, γνώριζαν τι ακριβώς τα περιμένει, μάλλον θα φώναζαν με αγωνία, μπαμπά, μαμά, σταματάτε να κατέβω (!).
Η πατρίδα μου κινδυνεύει από τους ανθρώπους της.






































































































