Το δικαίωμα καθενός μας φθάνει μέχρι εκεί που δεν προσβάλλει την ελευθερία του άλλου.
Η συχνή μου πρόσβαση προς το Σισμανόγλειο, λόγω επαγγελματικών δεδομένων, ήταν προβληματική τις ημέρες που γινόταν η λαϊκή αγορά στην αυλή και στη μάντρα του νεκροταφείου Αμαρουσίου. Χρειαζόταν να σκεφτώ τι μέρα ήταν, εάν γινόταν η λαϊκή αγορά σε εκείνο το δρόμο για να ακολουθήσω άλλη διαδρομή διπλάσια σε μήκος για να προσεγγίσω το Σισμανόγλειο νοσοκομείο με λιγότερα προβλήματα. Η δυσκολία ξεπερνιόταν με λίγη ταλαιπωρία περισσότερη. Ούτε αισθάνθηκα ποτέ την ανάγκη να διαμαρτυρηθώ γι’ αυτό.
Όταν βρέθηκα όμως από κοινωνική ανάγκη να συνοδεύσω επειγόντως μία γερόντισσα στη μετάστασή της στον άλλο κόσμο, συνέβαιναν τρομερά πράγματα, απάδοντα από τα χρηστά μας ήθη.
Το parking του νεκροταφείου ήταν γεμάτο από φορτηγά αυτοκίνητα με συμπληρώματα προϊόντων της λαϊκής από ζαρζαβατικά, κηπευτικά, αυγά και κοτόπουλα, ενώ λιανοπωλητές διαλαλούσαν τις πραμάτειες τους από σώβρακα, ρόμπες, σουγιαδάκια, αλυσιδάκια, μέχρι χρυσαφικά της δραχμής, μπερέδες και φόρμες για κυνηγούς, λιβάνια και καρβουνάκια με 50 λεπτά.
Παπούτσια ανδρικά – γυναικεία – παιδικά, μπότες αδιάβροχες και ματσάκια με τσάι – μέντα – φασκόμηλο και ότι άλλο έχει ο μπαξές.
Ήταν τραγικό, ενώ προσευχόσουν να είναι μακάρια η οδός της γερόντισσας, να σε πληροφορούν φωνασκούντες οι μανάβηδες ότι τις πατάτες τις έβαλαν τώρα στα 5 ευρώ τα 10 kgr.
Ήταν τρομερό οι ώρες κατάνυξης, λύπης, κλαυθμού και οδυρμού για τους οικείους να διανθίζονται από φωνές εμποροπανηγύρεων.
Σπάζει η απομόνωση της σκέψης σου για το νεκρό και το καλό ή κακό που σκέπτεσαι γι’ αυτόν. Την ώρα της ανταμοιβής και συγχώρησης να υφαρπάζουν τη σκέψη σου και να έρχονται σαν μουσική υπόκρουση αλαλούμ ενστίκτων.
Είναι ένα ακόμη σοβαρός λόγος για την πεποίθησή μου να καίγονται οι νεκροί και να μη γίνονται μεταθανάτια θύματα κερδοσκοπιών, συμφερόντων, επιδειξιομανιών μικροπανηγυρακίων.
Να αντιστρατευόμαστε την πλήρη δημοκρατική αρχή σε ότι είμαστε όλοι ίσοι, «ότι μας πρέπουν δύο μέτρα γης» ή σε τελευταία ανάλυση «ένα κοινό βάζο με στάχτη».
Π. Χελάς







































































































