Σε ημερίδα που διοργάνωσε την Δευτέρα 9 Μαρτίου το Υπουργείο Πολιτισμού στο Μουσείο Ακρόπολης με θέμα την παρουσίαση της Εθνικής Στρατηγικής για την Προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής μίλησε ο Βλάσης Σιώμος, πρόεδρος της Επιτροπής Πολιτικής Προστασίας και Κλιματικής Κρίσης της ΚΕΔΕ και δημοτικός σύμβουλος Πεντέλης.
Στην ημερίδα προβλήθηκαν στοχευμένες δράσεις και πρωτοβουλίες του Υπουργείου Πολιτισμού στον συγκεκριμένο τομέα και παρουσιάστηκε το συνολικό πλαίσιο στρατηγικών.
«Ζήτημα συλλογικής δράσης η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς»
Αναλυτικά, η τοποθέτηση του Βλάσση Σιώμου:
«Αξιότιμη κυρία υπουργέ,
Αξιότιμοι εκπρόσωποι της κυβέρνησης, κυρίες και κύριοι,
Η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου η πολιτιστική κληρονομιά δεν βρίσκεται μόνο στα μουσεία και στους αρχαιολογικούς χώρους. Βρίσκεται μέσα στις πόλεις μας, στους οικισμούς μας, στο τοπίο μας και στην καθημερινότητα των τοπικών κοινωνιών. Γι’ αυτό και η προστασία της απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης δεν είναι μόνο ζήτημα πολιτιστικής πολιτικής.
Είναι ζήτημα εθνικής ευθύνης και συλλογικής δράσης.
Θα ήθελα καταρχάς να συγχαρώ το Υπουργείο Πολιτισμού για την πρωτοβουλία διοργάνωσης της σημερινής εκδήλωσης και, κυρίως, για την ανάδειξη ενός ζητήματος που πλέον είναι ζήτημα εθνικής στρατηγικής σημασίας.
Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης δεν αφορά μόνο την προστασία μνημείων, αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών τόπων.
Αφορά την ίδια τη συνέχεια της ιστορικής μας μνήμης, τη φυσιογνωμία των πόλεων και των οικισμών μας, την τοπική ταυτότητα, την κοινωνική συνοχή, αλλά και τη βιωσιμότητα του αναπτυξιακού και τουριστικού μας μοντέλου.
Η ανάγκη για μια ολοκληρωμένη στρατηγική προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν αναλογιστούμε ορισμένα πρόσφατα παραδείγματα από τη χώρα μας, όπου ακραία φυσικά φαινόμενα απείλησαν άμεσα μνημεία παγκόσμιας και εθνικής σημασίας.
Το καλοκαίρι του 2021, οι εκτεταμένες δασικές πυρκαγιές στην Πελοπόννησο έφθασαν σε πολύ μικρή απόσταση από τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας, έναν από τους σημαντικότερους χώρους της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η άμεση κινητοποίηση των υπηρεσιών Πολιτικής Προστασίας, του Πυροσβεστικού Σώματος, των τοπικών δημοτικών Αρχών και των εργαζομένων στον αρχαιολογικό χώρο απέτρεψε την επέκταση της πυρκαγιάς στον πυρήνα του μνημειακού συνόλου.
Το περιστατικό αυτό ανέδειξε με σαφή τρόπο πόσο κρίσιμη είναι η πρόληψη, η επιχειρησιακή ετοιμότητα και ο συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων φορέων.
Αντίστοιχα, οι πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν τα τελευταία χρόνια στην ευρύτερη περιοχή των Μυκηνών κατέδειξαν πόσο ευάλωτοι μπορεί να είναι οι αρχαιολογικοί χώροι όταν βρίσκονται σε περιοχές με έντονη βλάστηση και αυξημένο κίνδυνο δασικών πυρκαγιών.
Η φωτιά του 2020 προκάλεσε φθορές σε τμήματα του αρχαιολογικού χώρου και ανέδειξε την ανάγκη συστηματικής διαχείρισης της βλάστησης, δημιουργίας ζωνών πυροπροστασίας και συνεχούς παρακολούθησης των κινδύνων.
Παράλληλα, τα έντονα καιρικά φαινόμενα που εκδηλώθηκαν τα τελευταία χρόνια σε πολλές περιοχές της χώρας ανέδειξαν και τον κίνδυνο των πλημμυρικών φαινομένων για την πολιτιστική κληρονομιά.
Σε ιστορικές πόλεις όπως η Ρόδος, όπου το μεσαιωνικό μνημειακό σύνολο αποτελεί τμήμα της καθημερινής λειτουργίας της πόλης, οι έντονες βροχοπτώσεις και τα πλημμυρικά φαινόμενα επηρεάζουν άμεσα τόσο τις υποδομές όσο και το δομημένο ιστορικό περιβάλλον.
Ανάλογα φαινόμενα έχουν καταγραφεί και σε άλλες περιοχές της χώρας, όπου αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία βρίσκονται σε περιοχές με ιδιαίτερη γεωμορφολογική ευαισθησία, εκτεθειμένες σε κατολισθήσεις, έντονη διάβρωση εδαφών ή παρατεταμένα κύματα καύσωνα που επιταχύνουν τη φθορά των υλικών.
Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν με σαφή τρόπο ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης δεν είναι μια θεωρητική συζήτηση για το μέλλον.
Είναι μια πραγματικότητα που ήδη αντιμετωπίζουμε.
Και ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική που να συνδυάζει την επιστημονική γνώση, τον τεχνικό σχεδιασμό, την πρόληψη, την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τη συνεργασία όλων των επιπέδων διοίκησης.
Η Ελλάδα έχει ένα πολιτιστικό απόθεμα διάσπαρτο σε ολόκληρη την επικράτεια, μέσα σε πόλεις, σε νησιά, σε ορεινούς οικισμούς, σε παράκτιες ζώνες, σε περιοχές υψηλής περιβαλλοντικής και γεωμορφολογικής ευαισθησίας.
Αυτό σημαίνει ότι η πολιτιστική κληρονομιά της χώρας είναι εκτεθειμένη, με διαφορετικούς όρους και εντάσεις, σε πολλαπλούς κινδύνους: σε πυρκαγιές, πλημμύρες, κατολισθήσεις, ακραίες βροχοπτώσεις, καύσωνες, παρατεταμένη ξηρασία, διάβρωση υλικών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας.
Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς στη χώρα μας στηρίζεται ήδη σε ένα ισχυρό θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο.
Η Ελλάδα εφαρμόζει τη Σύμβαση της UNESCO του 1972 για την προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς, ενώ τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα προσαρμογής των μνημείων στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Στο πλαίσιο αυτό υλοποιούνται εξειδικευμένα σχέδια πολιτικής προστασίας για αρχαιολογικούς χώρους, με εργαλεία τεκμηρίωσης όπως τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών, ψηφιακές βάσεις δεδομένων και χάρτες τρωτότητας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πρόληψη, ιδίως απέναντι στον κίνδυνο πυρκαγιών, μέσα από καθαρισμούς βλάστησης, εγκατάσταση συστημάτων πυρανίχνευσης, τεχνολογική επιτήρηση και τακτικές ασκήσεις ετοιμότητας.
Όλα αυτά συνθέτουν ένα σύγχρονο πλαίσιο πρόληψης και ετοιμότητας, το οποίο ενισχύει ουσιαστικά την προστασία των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων της χώρας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής για την προσαρμογή της προστασίας των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής αποτελεί μια εξαιρετικά σημαντική και θεσμικά ώριμη πρωτοβουλία.
Όπως προκύπτει από την Απόφαση Ένταξης, το έργο έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στα μνημεία, στην επιλογή κατάλληλων υποδομών ανάλογα με τον κλιματικό κίνδυνο και την τρωτότητα κάθε περιοχής, στην εκπαίδευση του κρατικού μηχανισμού και στη συνολική εξασφάλιση της απαιτούμενης ετοιμότητας των αρμόδιων φορέων.
Το τεχνικό δελτίο του έργου δείχνει καθαρά τον προσανατολισμό του:
Περιλαμβάνει τη συγκέντρωση και καταγραφή στοιχείων για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, την ανάπτυξη κλιματικών δεικτών και χαρτών τρωτότητας, τη δημιουργία online πλατφόρμας και ολοκληρωμένου ψηφιακού αποθετηρίου, την αναγνώριση των εμπλεκόμενων και συναρμόδιων φορέων, αλλά και τη διατύπωση αρχών και προτάσεων για την παρακολούθηση και τον μετριασμό των κινδύνων που επηρεάζουν τα μνημεία.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η στρατηγική αυτή δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα αποσπασματικά. Δεν περιορίζεται σε μια λογική εκ των υστέρων αποκατάστασης.
Αντίθετα, μετακινεί το βάρος στην πρόληψη, στην τεκμηρίωση, στη χαρτογράφηση του κινδύνου, στη διαλειτουργικότητα των δεδομένων, στον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων και στην επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Οι Δήμοι δεν είναι εξωτερικοί παρατηρητές αυτής της προσπάθειας.
Είναι κρίσιμος θεσμικός και επιχειρησιακός εταίρος.
Είναι το διοικητικό επίπεδο που βρίσκεται πλησιέστερα στο πεδίο, στις τοπικές κοινωνίες, στις υποδομές, στις διαδρομές πρόσβασης, στα τεχνικά έργα πρόληψης, στη διαχείριση της καθημερινότητας, στη συνεργασία με τις εθελοντικές ομάδες, στη γνώση της τοπικής γεωμορφολογίας και της πραγματικής έκθεσης κάθε περιοχής στον κίνδυνο.
Οι Δήμοι αποτελούν βασικό πυλώνα του Εθνικού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας και λειτουργούν ως κρίσιμος κρίκος μεταξύ της κεντρικής διοίκησης και της τοπικής κοινωνίας.
Σε χώρους και μνημεία αρμοδιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού ή άλλων φορέων, οι Δήμοι συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των συνθηκών ασφάλειας στον ευρύτερο χώρο των μνημείων και στην προστασία του άμεσου περιβάλλοντός τους.
Η συμβολή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις όπου οι αρχαιολογικοί χώροι και τα μνημεία βρίσκονται μέσα ή πλησίον ευαίσθητων οικοσυστημάτων, δασικών εκτάσεων, περιοχών με έντονη μορφολογική αστάθεια ή περιοχών υψηλής επισκεψιμότητας.
Σε αυτές τις περιπτώσεις η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να συμβάλει καθοριστικά:
- στη δημιουργία αντιπυρικών ζωνών,
- στον καθαρισμό της βλάστησης,
- στην αντιπλημμυρική θωράκιση,
- στη βελτίωση των προσβάσεων,
- στην τοποθέτηση κρουνών και υδατοδεξαμενών,
- στη σήμανση και στις διαδρομές ασφαλούς διαφυγής,
- στην άμεση κινητοποίηση τοπικών δυνάμεων πολιτικής προστασίας,
- και στην ενημέρωση και προστασία των επισκεπτών σε περίπτωση κινδύνου.
Η πρώτη μεγάλη κατηγορία παρεμβάσεων αφορά συνεπώς λειτουργικές δράσεις πρόληψης στον περιβάλλοντα χώρο των μνημείων, που συμβάλλουν καθοριστικά στη μείωση του κινδύνου.
Μια δεύτερη βασική κατηγορία παρεμβάσεων αφορά τη συστηματική παρακολούθηση και τεκμηρίωση των κινδύνων.
Η αποτελεσματική προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς προϋποθέτει αξιόπιστα δεδομένα, χαρτογράφηση των κινδύνων και μηχανισμούς παρακολούθησης της τρωτότητας των μνημείων και των αρχαιολογικών χώρων.
Για την Τοπική Αυτοδιοίκηση αυτό σημαίνει ότι πρέπει να περάσουμε σε ένα πιο ώριμο μοντέλο συνεργασίας με το Υπουργείο Πολιτισμού και τους επιστημονικούς φορείς, ώστε τα τοπικά δεδομένα να ενσωματώνονται στον εθνικό σχεδιασμό.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά:
- με στοιχεία πεδίου,
- με αποτύπωση επαναλαμβανόμενων συμβάντων,
- με εντοπισμό τοπικών ευπαθειών,
- με πληροφορίες για υποδομές και προσβάσεις,
- και με την επιχειρησιακή εμπειρία που αποκτάται από φυσικές καταστροφές.
Μια τρίτη σημαντική κατηγορία παρεμβάσεων αφορά την ετοιμότητα και τα επιχειρησιακά σχέδια δράσης.
Η προστασία μνημείων και αρχαιολογικών χώρων απαιτεί σχέδια έκτακτης ανάγκης, σχέδια εκκένωσης, σαφείς διαδικασίες για την ασφαλή απομάκρυνση επισκεπτών και προσωπικού, καθώς και οργανωμένες διαδικασίες για την αντιμετώπιση κρίσεων.
Για την ΚΕΔΕ, η εφαρμογή της στρατηγικής αυτής δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα κείμενο αρχών.
Πρέπει να μετατραπεί σε συγκεκριμένα επιχειρησιακά πρωτόκολλα και τοπικά σχέδια ετοιμότητας, με σαφείς ρόλους, διαδικασίες επικοινωνίας, ασκήσεις ετοιμότητας και δυνατότητα άμεσης ενεργοποίησης.
Και σε αυτό το σημείο η συζήτηση συνδέεται άμεσα με τα συμπεράσματα του πρόσφατου συνεδρίου της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας για την κλιματική κρίση και την πολιτική προστασία.
Στο συνέδριο αυτό αναδείχθηκε ως κεντρικό συμπέρασμα ότι μια σύγχρονη και αποτελεσματική Πολιτική Προστασία θεμελιώνεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:
- σταθερή και επαρκή χρηματοδότηση,
- ισχυρές θεσμικές δομές και εξειδικευμένο προσωπικό,
- και αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, με την πρόληψη να αποτελεί τη βασική γραμμή άμυνας απέναντι στους κινδύνους της κλιματικής κρίσης.
Το συμπέρασμα αυτό ισχύει απολύτως και για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συμβολή των Δήμων στην εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής:
- χωρίς σταθερούς πόρους,
- χωρίς επαρκή στελέχωση των δημοτικών δομών Πολιτικής Προστασίας,
- χωρίς τεχνική υποστήριξη,
- χωρίς σύγχρονα συστήματα χαρτογράφησης και έγκαιρης προειδοποίησης,
- χωρίς εκπαίδευση των στελεχών,
- και χωρίς διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων.
Το ίδιο συνέδριο ανέδειξε τη σημασία εργαλείων όπως τα GIS, τα συστήματα ανάλυσης δεδομένων, τα drones, οι ψηφιακές πλατφόρμες διαχείρισης συμβάντων και τα συστήματα πρόβλεψης κινδύνων.
Τα εργαλεία αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν άμεσα και στην προστασία μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, συμβάλλοντας:
- στη χαρτογράφηση περιοχών υψηλού κινδύνου,
- στην επιτήρηση περιμετρικών ζωνών,
- στην παρακολούθηση γεωμορφολογικών μεταβολών,
- στην καταγραφή κινδύνων πρόσβασης,
- και στην υποστήριξη της λήψης αποφάσεων από τους αρμόδιους φορείς.
Συνεπώς, όταν μιλάμε για άξονες δράσης για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, αναφερόμαστε σε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο διακυβέρνησης που περιλαμβάνει:
- πρώτον, συνεργασία και σαφή κατανομή ρόλων μεταξύ των αρμόδιων φορέων,
- δεύτερον, κοινά εργαλεία δεδομένων και τεχνολογίας,
- τρίτον, τοπική εξειδίκευση της στρατηγικής, επειδή κάθε μνημείο έχει διαφορετικό προφίλ κινδύνου,
- τέταρτον, συνεχή εκπαίδευση και ασκήσεις ετοιμότητας,
- και πέμπτον, σταθερή χρηματοδότηση της πρόληψης.
Η ΚΕΔΕ θεωρεί ότι η επόμενη φάση πρέπει να είναι η ουσιαστική εξειδίκευση του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μέσα σε αυτό το πλαίσιο.
Χρειαζόμαστε σαφείς απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα:
- πώς μεταφράζεται η εθνική στρατηγική σε επίπεδο Δήμου,
- ποιες είναι οι ελάχιστες επιχειρησιακές δυνατότητες κάθε Δήμου,
- ποια χρηματοδοτικά εργαλεία θα υποστηρίξουν τις τοπικές παρεμβάσεις,
- πώς θα διασφαλιστεί η συμμετοχή μικρών και νησιωτικών Δήμων,
- και πώς θα συνδεθεί η στρατηγική αυτή με τον ευρύτερο χωρικό και αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Κυρίες και κύριοι,
Για την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς από τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης είναι ένα πεδίο στο οποίο συναντώνται τρεις μεγάλες προτεραιότητες της εποχής μας:
ο πολιτισμός, η ανθεκτικότητα και η τοπική διακυβέρνηση.
Η πολιτιστική κληρονομιά προστατεύεται πραγματικά όταν υπάρχει κοινή στρατηγική, επιστημονική τεκμηρίωση, επιχειρησιακή ετοιμότητα, επαρκής χρηματοδότηση και συνεργασία όλων των επιπέδων διοίκησης.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι έτοιμη να συμβάλει ενεργά σε αυτή την προσπάθεια.
Γιατί η προστασία των μνημείων μας δεν αφορά μόνο το παρελθόν.
Αφορά την ταυτότητα των τοπικών κοινωνιών, τη βιώσιμη ανάπτυξη και το μέλλον της χώρας.
Σας ευχαριστώ».




































































































