Ριζική λύση με κοινή αριστερή ευρωπαϊκή στρατηγική
Από την ανάλυση αυτή προκύπτουν δύο διαπιστώσεις και ένα συμπέρασμα:
Διαπίστωση πρώτη. Το συσσωρευμένο Δημόσιο Χρέος των 300 περίπου δισ. ευρώ αντιπροσωπεύει ένα κεφάλαιο που δεν υπάρχει πλέον ούτε ως χρήμα ούτε ως παραγωγική δυνατότητα. Είναι ένα κεφάλαιο που έχει αναλωθεί σε μια κατανάλωση που δεν υπάρχει πλέον, σε εξοπλισμούς οι οποίοι δεν παράγουν εισόδημα, σε υποδομές που φθείρονται ή αντιπροσωπεύει κέρδη και φοροκλοπές που και τα δύο έχουν, σε μεγάλο βαθμό, φυγαδευτεί στο εξωτερικό.Άρα, διαπίστωση πρώτη, αυτό το συσσωρευμένο χρέος, ως αναλωθέν κεφάλαιο, δεν μπορεί να αναπαραχθεί, δεν μπορεί να δώσει εισόδημα, άρα δεν μπορεί να πληρωθεί. Αν το πλεόνασμα από την όποια μελλοντική ανάκαμψη χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή αυτού του παλαιού και αναλωθέντος πια κεφαλαίου, όπως προβλέπει το Μνημόνιο και υποστηρίζει η κυβέρνηση, η Ελλάδα θα μείνει αιωνίως υπερχρεωμένη, αν δεχθούν να την δανείζουν φυσικά, η οικονομία θα μπει σε μακροχρόνιο μαρασμό και η κοινωνία θα γνωρίσει την εξαθλίωση. Αν πουληθεί η δημόσια περιουσία, όπως ζητείται επιτακτικά, για να αποπληρωθεί αυτό το παλαιό χρέος, αυτό θα ήταν μια ληστεία προς τις νέες γενιές και μια ταπείνωση διαρκείας. Κάνει εντύπωση που οι πιέσεις αυτές έρχονται κυρίως από μια χώρα που ο λαός της έχει ταπεινωθεί στο παρελθόν και γνωρίζει επομένως καλά τις μακροχρόνιες συνέπειες τέτοιων ταπεινώσεων.
Διαπίστωση δεύτερη. Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να εξυπηρετηθεί ένα μέρος αυτού του αναλωθέντος κεφαλαίου, του παλαιού χρέους δηλαδή, είναι μέσω μιας νέας ανάπτυξης, η οποία όμως για να επιτευχθεί απαιτεί νέους πόρους. Θεωρητικά θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και όλο το χρέος και μακροχρόνια να αποσβεσθεί, όπως έγινε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με το χρέος των ΗΠΑ και άλλων χωρών, μέσω μιας ισχυρής και διαρκούς ανάπτυξης. Όμως η ύπαρξη μιας τέτοιας προοπτικής απαιτεί ριζική αλλαγή της κυρίαρχης ευρωπαϊκής πολιτικής, ένα πανευρωπαϊκό αναπτυξιακό σχέδιο και μαζική μεταφορά μη δανειακών πόρων, όπως είχε γίνει μεταπολεμικά με το σχέδιο Μάρσαλ. Το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους καλούμαστε λοιπόν να το προσεγγίσουμε καταρχήν στρατηγικά και όχι λογιστικά. Και έχουν δίκιο όσοι, όπως ο Ζακ Αταλί σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, μας καλούν να σκεφθούμε το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους με όρους ενός «καλού» και ενός «κακού» χρέους. Το «καλό» χρέος είναι το νέο χρέος που πρέπει να υπάρξει, με φειδώ ασφαλώς, μόνο για αναπτυξιακούς σκοπούς και το «κακό», είναι το χρέος που έρχεται από το παρελθόν, το οποίο θα πρέπει να απορροφηθεί από κάποιον ευρωπαϊκό ή διεθνή φορέα, μέσω του οποίου θα μπει σε μια διαδικασία μακροχρόνιας απόσβεσής του. Ίσως έχουν δίκιο, για να αναφερθώ σε μια διαφορετική πρόταση, επίσης, το Δίκτυο Ευρωπαίων Οικονομολόγων, ο καθηγητής Βαρουφάκης και όλοι όσοι υποστηρίζουν, καιρό τώρα, πως ένα μέρος των εθνικών χρεών πρέπει να απορροφηθεί από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να αδρανοποιηθεί. Άλλωστε αυτό δεν κάνουν και η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ μέσω των κεντρικών τραπεζών; Η κοινή ιδέα εδώ είναι πως το παλιό χρέος, το πεθαμένο κεφάλαιο, δεν θα πρέπει να πνίξει, κρατώντας δέσμιο, το ζωντανό κεφάλαιο και μαζί μ’ αυτό ολόκληρη την οικονομία και την κοινωνία, σε ένα εξαντλημένο παρελθόν.
Αυτές είναι οι διαπιστώσεις.
Το συμπέρασμα, που υποσχέθηκα, είναι ότι υπάρχει προοδευτική λύση στο πρόβλημα του χρέους. Όμως η λύση αυτή περνά μέσα από μια διαπραγμάτευση με δύο κυρίως επίδικα θέματα: το πρώτο είναι η μείωση του χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του σε ανεκτά επίπεδα και το δεύτερο είναι η χρηματοδότηση της ανάκαμψης, της ανασυγκρότησης της οικονομίας και της νέας ανάπτυξης. Εννοείται πως στην εξειδίκευση μιας τέτοιας διαδικασίας θα πρέπει να διευκρινιστούν πολλά θέματα.
Για παράδειγμα, ορισμένοι δικαιούχοι, όπως ασφαλιστικά ταμεία σε Ελλάδα και Ευρώπη, ή μικρο-αποταμιευτές, θα πρέπει να εξαιρεθούν από το όποιο κόστος ή να αποζημιωθούν. Επίσης, η ρύθμιση του Δημόσιου Χρέους, για να έχει πρακτικό αποτέλεσμα, πρέπει να περιλαμβάνει τη ρύθμιση του χρέους των τραπεζών και μέρος του ιδιωτικού χρέους, ιδίως αυτό των φτωχών νοικοκυριών. Ακόμη πρέπει να προβλεφθεί μια ρήτρα ώστε σε περίπτωση ύφεσης ή υψηλής ανεργίας να μειώνεται ή και να παγώνει προσωρινά η εξυπηρέτηση του χρέους.
Μπορούμε λοιπόν να εργασθούμε για μια πολυμερή ευρωπαϊκή διάσκεψη για το χρέος, τις ανισότητες και τις αναπτυξιακές ασυμμετρίες στην Ευρώπη, που θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά με τρόπο ριζικό και συνολικό για όλες τις χώρες και θα θέσει την ευρωπαϊκή προοπτική σε νέες βάσεις. Η άλλη επιλογή είναι να αφεθούν τα προβλήματα να σέρνονται μέσα σε ατέρμονες διμερείς και αποσπασματικές διαπραγματεύσεις, πιέσεις, εκβιασμούς και επαναλαμβανόμενες κρίσεις.
Πιστεύω πως η πρώτη εκδοχή πρέπει να είναι η επιλογή μας.
Υπάρχουν όμως δυνατότητες να φτάσουμε σε μια τέτοια προοπτική; Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι μια τέτοια ρύθμιση έχει παραπλήσια λογική με τη ρύθμιση που πέτυχε η Γερμανία το 1953 στα δικά της χρέη. Άρα, δεν είναι μια λύση εξωπραγματική.
Μπορούμε να πούμε επίσης ότι, σε αντίθεση με το κλίμα που υπήρχε ένα χρόνο πριν, το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους αρχίζει να συνειδητοποιείται ως ένα πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο πρόβλημα. Αρχίζει να συνειδητοποιείται ότι το πρόβλημα, στ’ αλήθεια, δεν είναι το δημόσιο χρέος από μόνο του αλλά η ύφεση, το ιδιωτικό χρέος, το χρέος των τραπεζών και η συνέχιση της πολιτικής που δημιουργεί το χρέος.
Άρα και εκεί που σήμερα δεν υπάρχει πρόβλημα Δημόσιου Χρέους, αύριο μπορεί να εμφανισθεί. Αρχίζει έτσι να αναπτύσσεται ένας ευρύτερος προβληματισμός και από δυνάμεις πέραν της Αριστεράς, ακόμη και παράγοντες της σοσιαλδημοκρατίας που, μαζί με τις προτάσεις του ΚΕΑ, του Δικτύου Ευρωπαίων Οικονομολόγων, του Attac, και πολλών άλλων κοινωνικών και επιστημονικών οργανώσεων και παραγόντων, συγκροτούν τον πυρήνα μιας προοδευτικής ευρωπαϊκής απάντησης στο πρόβλημα του χρέους. Αν και ο διάλογος συνεχίζεται με συγκλίνουσες όσο και αποκλίνουσες απόψεις, βασικά σημεία μιας τέτοιας πολιτικής είναι:
Πρώτο, να επιτραπεί ο κατευθείαν δανεισμός και των κρατών από την ΕΚΤ, όπως συμβαίνει και με τις τράπεζες.
Δεύτερο, να δημιουργηθεί κοινός μηχανισμός δανεισμού για την έκδοση ευρωομολόγων που, υπό όρους και προϋποθέσεις, θα μπορούσε να περιορίσει τη δύναμη των αγορών να κερδοσκοπούν με τις διαφορές επιτοκίων.
Τρίτο, να μετατραπεί μέρος των εθνικών χρεών σε κοινό ευρωπαϊκό χρέος.
Τέταρτο, να γίνει διαγραφή, αδρανοποίηση ή επαναγορά μέρους του χρέους με τους πόρους ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών ή και της περιουσίας.
Πέμπτο, να εξασφαλισθεί αναπτυξιακή ώθηση σε όλη την Ε.Ε., με αιχμή την απασχόληση, την κοινωνική ανάπτυξη και την αλληλεγγύη, μέσα από έναν ενισχυμένο προϋπολογισμό και νέους θεσμούς διαφανείς και δημοκρατικά ελεγχόμενους. Μια τέτοια συναφής πρόταση θα παρουσιασθεί στο Συνέδριό μας από το σ. Βουρτς, την τελευταία ημέρα του Συνεδρίου.
Υπάρχουν λοιπόν λύσεις, μέσα από ένα διαφορετικό ρόλο της ΕΚΤ, που θα μπορούσαν να δώσουν άμεση διέξοδο και ταυτόχρονα να συμβάλλουν στον αγώνα ενάντια στο μισθολογικό, το φορολογικό και τον κοινωνικό ανταγωνισμό, ενισχύοντας την αλληλεγγύη. Ο βαθύτερος λόγος που αυτές οι λύσεις δεν υιοθετούνται δεν είναι εμπόδια θεσμικού ή τεχνικού χαρακτήρα. Ο λόγος είναι ότι, αν υιοθετούνταν, θα κλόνιζαν τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία και τη συναίνεση, που έχει διαμορφωθεί πάνω σ’ αυτήν, ανάμεσα στην ευρωπαϊκή δεξιά και μεγάλα τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι λοιπόν αυτές οι συναινέσεις και οι διαμορφωμένοι συσχετισμοί που πρέπει να ανατραπούν για να ανοίξει ο δρόμος για προοδευτικές λύσεις, και όχι μόνο για το πρόβλημα του χρέους.






































































































