Η παρέμβαση του πρώην βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννη Δραγασάκη, στο διεθνές συνέδριο «Δημόσιο Χρέος και Πολιτικές Λιτότητας στην Ευρώπη. Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς», το οποίο συνδιοργάνωσαν το Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) και ο Συνασπισμός, έχει ως εξής:
Αγαπητοί προσκεκλημένοι,
Φίλες και φίλοι, συντρόφισσες και σύντροφοι,
είμαστε σήμερα εδώ, εκπρόσωποι αριστερών κομμάτων, κοινωνικών κινημάτων, επιστημονικών οργανώσεων, για να ανταλλάξουμε ιδέες, να μοιραστούμε γνώσεις, να αξιολογήσουμε εμπειρίες σχετικά με την αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους, την αντίσταση στις πολιτικές της λιτότητας, τη συγκρότηση εναλλακτικών απαντήσεων από τη σκοπιά του κόσμου της εργασίας, των αναγκών της κοινωνίας και των αξιών της Αριστεράς.
Το Συνέδριο αυτό γίνεται σε μια κρίσιμη στιγμή.
Στην Ευρώπη του χρηματιστικού καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού συζητούν για νέα σύμφωνα αστυνόμευσης των μισθών και όχι ελέγχου των ασύδοτων αγορών. Αντί για αξιόπιστη και ανθρώπινη διέξοδο από την κρίση, θέτουν με τις επιλογές τους τις βάσεις για ακόμη μεγαλύτερες κρίσεις στο μέλλον.
Στην Ελλάδα η χρεοκοπία της πολιτικής του Μνημονίου είναι πλήρης και μη αναστρέψιμη. Το αίτημα για αλλαγή πορείας γίνεται καθολικό.
Σ’ αυτή την πυκνή σε εξελίξεις συγκυρία, θα ήθελα να σας καλέσω, μ’ αυτή την εισαγωγική κατά κάποιον τρόπο ομιλία μου, να σκεφθούμε το πρόβλημα του χρέους όχι ως ένα μεμονωμένο γεγονός, όπως συχνά γίνεται αλλά ως έκφραση της γενικότερης κρίσης και να αναζητήσουμε τη διέξοδο από την κρίση μέσα από τη σκοπιά των αναγκών, της προοπτικής, της συνολικής κίνησης της κοινωνίας και της Ευρώπης προς το μέλλον. Αυτή η προσέγγιση επιβάλλει μια σύντομη αναφορά στην ανατομία και τις πολιτικές διαστάσεις του προβλήματος του υπερδανεισμού και του Δημόσιου Χρέους.
Οι πολιτικές διαστάσεις του προβλήματος
Το πρόβλημα της δημόσιας και της ιδιωτικής υπερχρέωσης αναδεικνύεται ολοένα και πιο έντονα σε ένα παγκόσμιο πρόβλημα. Στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες, μαζί και στην Ελλάδα, αποτελεί κορυφαίο κοινωνικό, οικονομικό και πρωτίστως πολιτικό πρόβλημα. Διότι ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών που έχουν τις ρίζες τους στη μακρόχρονη άνιση διανομή των εισοδημάτων και σε προβλήματα της πραγματικής οικονομίας. Ήταν μια συνειδητή επιλογή στο πλαίσιο των νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων που κυριάρχησαν, με στόχο την αποκομιδή εύκολων κερδών από τις τράπεζες κυρίως, αλλά όχι μόνο, την πρόσκαιρη συγκάλυψη των κοινωνικών ανισοτήτων και την άμβλυνση των κυκλικών κρίσεων του καπιταλισμού με μια μεγέθυνση που γινόταν με την διαρκή στήριξη του δανεισμού.
Ήταν λοιπόν όχι ένα λάθος, αλλά μια συνειδητή και συστημική επιλογή.
Στη χώρα μας ειδικά, ενώ ο συνολικός δανεισμός αυξανόταν, επί χρόνια, πολύ πιο γρήγορα από την αύξηση του εθνικού εισοδήματος, πράγμα που διαρκώς επισημαίναμε μέσα και έξω από τη βουλή, οι ελληνικές κυβερνήσεις αλλά και οι τράπεζες δανείζονταν και δάνειζαν ανέμελα. Και τούτο γιατί, όπως κάποια στιγμή αναγνώρισε ο Πρόεδρος του Eurogroup κ. Γιούνκερ, ήταν μεγάλα τα κέρδη που προέκυπταν για ξένα και για ελληνικά συμφέροντα μέσα από αυτή την ανακυκλούμενη βιομηχανία δανεισμού, την αντίστοιχη κατανάλωση και τις αντίστοιχες εισαγωγές. «Τα ξέραμε» δήλωσε ο κ. Γιούνκερ «από καιρό». Τότε γιατί, θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, ζητάνε θυσίες από τον ελληνικό λαό και όχι από όσους, μέσα και έξω από την Ελλάδα, καρπώθηκαν τα κέρδη; Τώρα οι ιθύνοντες, σε Ελλάδα και Ευρώπη, προσπαθούν να ενοχοποιήσουν τους εργαζόμενους, για να κρύψουν τις δικές τους ευθύνες.
Το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους είναι όχι μόνο πολιτικό αλλά και βαθύτατα ταξικό. Διότι κατά βάση προκύπτει από την κοινωνικοποίηση, μέσω του κράτους, του κόστους των κρίσεων και ζημιών του ιδιωτικού τομέα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Ιρλανδία. Με Δημόσιο Χρέος 27% πριν από την κρίση, απειλείται τώρα με χρεοκοπία διότι το κράτος απορρόφησε τις ζημιές των τραπεζών. Το ίδιο φαινόμενο, μετατροπή δηλαδή του ιδιωτικού χρέους σε δημόσιο, παρατηρείται στην Πορτογαλία, την Ισπανία και αλλού.
Σε μας αυτό βέβαια έγινε και από παλαιότερα, σε προηγούμενες κρίσεις. Το ελληνικό Δημόσιο Χρέος δημιουργήθηκε κυρίως τη δεκαετία του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν από 22%, που ήταν το 1980, έφτασε το 98% το 1993 και σήμερα, μετά την κρίση, τη στήριξη των τραπεζών και την ύφεση που προκαλεί η πολιτική του Μνημονίου, εκτιμάται στο πρωτοφανές ύψος του 150% του ΑΕΠ.
Στην Ελλάδα το πρόβλημα του Δημόσιου Χρέους επιτείνεται και από ειδικότερες αιτίες. Μελέτες Ελλήνων οικονομολόγων, εκθέσεις του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλων φορέων μας επιτρέπουν να ξεχωρίσουμε τρεις, τις πιο σημαντικές, που είναι:
α) Η φορολογική ασυλία των ισχυρών, η διάχυτη φοροδιαφυγή και η υστέρηση των φορολογικών εσόδων σε σχέση με τα μέσα επίπεδα της ευρωζώνης.
β) Οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες και οι εξοπλισμοί, που ευθύνονται για το 1/3 περίπου του πριν την κρίση χρέους.
γ) Η απουσία κάθε συστήματος ελέγχου και αξιολόγησης της κοινωνικής αποτελεσματικότητας των δημόσιων δαπανών και η μετατροπή του δημοσίου σε χώρο ελεύθερης δράσης των ιδιωτικών συμφερόντων, ιδίως μετά την επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Άρα δεν ευθύνεται το κράτος γενικώς, όπως λένε, οι απολογητές του ισχύοντος συστήματος αλλά η περαιτέρω υποταγή του κράτους σε ιδιωτικά συμφέροντα και σε ιδιοτελείς συμπεριφορές και πρακτικές.
Ενώ όμως το Δημόσιο Χρέος, όπως είδαμε, προϋπήρχε, αλλά ήταν διαχειρίσιμο μέχρι και το 2009, η μετεξέλιξή του σε ανοιχτή κρίση και ο αποκλεισμός από τις αγορές δανεισμού δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο ενδογενών αιτιών. Πέρα από τις ευθύνες της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ήταν αποτέλεσμα αφ’ ενός της διεθνούς κρίσης και αφ’ ετέρου της νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της Νομισματικής Ένωσης, των εγγενών ελλειμμάτων και αντιφάσεων του ευρώ, της απουσίας μηχανισμών κοινού δανεισμού και κοινής άμυνας απέναντι στην κερδοσκοπία και την παντοδυναμία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Σήμερα τα ελλείμματα αυτά, λίγο ως πολύ, αναγνωρίζονται. Επίσης πολλοί, ακόμη και κορυφαίοι παράγοντες της Ε.Ε., αναγνωρίζουν ότι το μέγεθος και το οικονομικό κόστος της ελληνικής κρίσης μεγάλωσε εξαιτίας των προβλημάτων αυτών αλλά και της σκόπιμης ολιγωρίας της Γερμανίδας καγκελαρίου κας Μέρκελ και των ευρωπαϊκών αρχών.







































































































