Συναίνεση; Γίνεται με το… ζόρι να επιβάλουν οι πιστωτές της χώρας διακομματική συναίνεση; Προφανώς και όχι, φυσικά. Γίνεται όμως μια χαρά -πέρα από τις εύλογες διαμαρτυρίες, για ευθεία παρέμβαση στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό της χώρας, άλλωστε περί αυτού ακριβώς πρόκειται- να επιχειρήσουν να «επιβάλουν» παντί τρόπω «ρήτρα αξιοπιστίας», τουλάχιστον στα δύο μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα και «εξαπατούσαν» συστηματικά τις Βρυξέλλες.
Τα περί «ωμότητας» και «κυνισμού» τα οποία τους «χρεώνονται» με βάση ότι σκληραίνουν πολύ τη στάση τους έναντι της συστηματικά αναξιόπιστης Αθήνας, σαφώς και αποδίδουν με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει. Πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα δεν είναι η «ηθική», αλλά η οικονομία.
Και με αυτή την έννοια και ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκονται «κολλημένοι» στον τοίχο, χωρίς πολλά περιθώρια ελιγμών, παρά τις «αντιστασιακές κορόνες» του δεύτερου, ότι «δεν πρόκειται να συναινέσω σε μέτρα που πιστεύω ακράδαντα ότι οδηγούν στην καταστροφή». Με μια πρώτη ανάγνωση, αμφότερα τα κόμματα εξουσίας -ή τουλάχιστον οι βαθείς πυρήνες» τους- «ανθίστανται» στο ενδεχόμενο καταστροφής του μεταπολιτευτικού διπολικού – δικομματικού σκηνικού, πρώτα απ’ όλα «αγοράζοντας χρόνο».
Γι’ αυτό ακριβώς και πυκνώνουν τα σενάρια περί πρόωρων εκλογών τον Ιούνιο, που πιθανότατα θα οδηγήσουν σε κυβέρνηση συνεργασίας, η οποία θα κληθεί να χειριστεί μεταξύ των άλλων, την πιθανότητα μονομερούς αναδιάρθρωσης του χρέους ή πλήρους υποταγής στις «παραινέσεις» των Ευρωπαίων εταίρων μας στην Ευρωζώνη.
Η πρώτη πιθανότητα θα θίξει το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα πολύ λιγότερο απ’ ό,τι θα το έθιγε πριν από ένα χρόνο: όλοι έχουν φορτώσει τα ελληνικά «σκουπίδια» στην Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα. Θα οδηγούσε σε εσπευσμένη «αναδιάρθρωση» – κατάρρευση τις ελληνικές τράπεζες, που δεν θα μπορούσαν να αντλήσουν από πουθενά ρευστότητα και θα «υποχρέωνε» τη χώρα να καταναλώνει αυστηρά ό,τι παράγει για πάρα πολλά χρόνια.
Η δεύτερη πιθανότητα συνεπάγεται την αποσάθρωση του δημόσιου τομέα έτσι όπως διαμορφώθηκε από τη μεταπολίτευση και μετά. Μόνο που αυτός ο δημόσιος τομέας -στην ευρεία του έννοια- είναι που «τρέφει» το μεταπολιτευτικό κομματικό «σύστημα» και σε επίπεδο κεντρικής διακυβέρνησης, αλλά και σε επίπεδο συνδικάτων, αγροτικών συναιτερισμών, «κρατικοδίαιτων» επιχειρήσεων, Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Υπάρχουν περιθώρια διαφυγής;
Ο αρμόδιος για Οικονομικά και Νομισματικά θέματα επίτροπος της Ε.Ε. Όλι Ρεν -δικαίως θεωρούμενος και ως φιλέλληνας, με βάση το κλίμα που έχει διαμορφωθεί στους «υψηλούς» κύκλους της Ε.Ε.- δεν άφησε κανένα, αναλύοντας τις προϋποθέσεις για την επιμήκυνση του ελληνικού χρέους. Ο Ρεν δήλωσε ότι η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και η προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων αποτελούν «αναγκαίες συνθήκες για οποιοδήποτε περαιτέρω βήμα», επισημαίνοντας ότι «μόλις δούμε τα μέτρα αυτά να υλοποιούνται και να καρποφορούν, τότε θα εξετάσουμε αν θα βοηθούσε μια εθελοντική επιμήκυνση του χρέους». Οι δανειστές θέλουν τα λεφτά τους πίσω, ποσώς νοιάζονται για τα εσωκομματικά παιχνίδια και δεν σκοπεύουν να συνεχίσουν να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο κοφίνι…
Ως εκ τούτου, όπως πολλοί επισημαίνουν, το πρόβλημα της χώρας στη συγκεκριμένη συγκυρία είναι πρωτευόντως πολιτικό και δευτερευόντως οικονομικό – και το έλλειμμα πολιτικού προσωπικού δυσθεώρητο…
Μαρία Ζαρίφη







































































































