H Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σήμερα αρκετά μακριά από το να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα «σύγχρονο κράτος εθνικής ασφάλειας», δηλαδή ως κράτος ικανό να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τόσο τις «παραδοσιακές» απειλές και κινδύνους, όσο και τις νέες «ασυμμετρικές» προκλήσεις, που προέρχονται από ένα δραματικά συνθετότερο και ιδιαίτερα απρόβλεπτο διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον.
Ο βασικότερος λόγος αυτής της υστέρησης της Ελλάδας είναι η –σχεδόν πλήρης— έλλειψη ενός θεσμικού συστήματος χάραξης και σχεδιασμού στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, όπου οι φορείς των δύο βασικών συνιστωσών της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας ενός σύγχρονου κράτους, δηλαδή το Υπουργείο των Εξωτερικών και το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, αναλαμβάνουν να καταγράψουν μέσω συγκεκριμένων κειμένων στα θεσμικά τους όργανα τους βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας, καθώς και τα μέσα υλοποίησής της.
Στο Υπουργείο των Εξωτερικών της χώρας μας δεν υπάρχει μέχρι και σήμερα κάποιο επίσημο κείμενο το οποίο να αναφέρεται στους εθνικούς σκοπούς, στα ζωτικά συμφέροντα και, κυρίως, στην ιεράρχησή τους, αν και το ΥΠΕΞ άρχισε κατά την τελευταία δεκαετία να έχει μια πιο ουσιαστική συμβολή στην ετοιμασία της Πολιτικής Εθνικής Άμυνας (ΠΕΑ), στην οποία πιο πρόσφατα προστέθηκε και ο όρος της Ασφάλειας (ΠΕΑΑ).
Στην τελευταία, η οποία εκδίδεται από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και αποτελεί την πλησιέστερη –και μοναδική προς το παρόν— επίσημη «θεσμική» προσέγγιση σε θέματα υψηλής στρατηγικής της χώρας, παρατηρείται ένα σοβαρό έλλειμμα όσον αφορά τόσο στον ορισμό των εθνικών συμφερόντων, όσο και στην ιεράρχησή τους (καθώς και στη χρήση των συντελεστών εθνικής ισχύος για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί). Με άλλα λόγια, από πλευράς «θεσμικής αναφοράς», μέσω δηλαδή της διατύπωσής της σε επίσημα κείμενα, η στρατηγική της Ελλάδας στον ευαίσθητο τομέα της ασφάλειας εμφανίζεται κατακερματισμένη και ασαφής.
Είναι ενδιαφέρον ότι παρόμοια είναι η εικόνα που παρουσιάζει και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, το οποίο –κυρίως λόγω της διεύρυνσης του περιεχομένου της έννοιας της ασφάλειας στο σύγχρονο κόσμο, της διασύνδεσης των ζητημάτων εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας και της υποχρέωσης συντονισμού σειράς φορέων και υπηρεσιών (Αστυνομία, Λιμενικό, Πυροσβεστική)— έχει σήμερα καταστεί ο τρίτος βασικός πυλώνας εθνικής ασφάλειας της χώρας.
Αποτελεί πράγματι θετική εξέλιξη ότι μετά από μια περίοδο εσωστρέφειας και αδράνειας, τα Υπουργεία Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας προχώρησαν στην επίσημη εξαγγελία εκπόνησης δογμάτων εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής αν και το πραγματικό γεγονός της στασιμότητας που παρατηρείται στην εκπόνησή τους έχει ήδη σοβαρές αρνητικές συνέπειες στην αξιοπιστία των σχετικών εξαγγελιών.
Ακόμη περισσότερο, η ανάπτυξη ενός συνολικού και συγκροτημένου εθνικού σχεδίου για την ασφάλεια της χώρας επιβάλλει τη συμπλήρωση του παραπάνω –αν και ακόμη ελλιπούς— θεσμικού υποβάθρου από ένα θεσμικό κείμενο που θα αφορά στην «εσωτερική ασφάλεια» στην εξαγγελία —και κυρίως στην εκπόνηση— του οποίου θα έπρεπε ήδη να έχει προχωρήσει το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.
Η ανάγκη θεσμικής προετοιμασίας και συνολικού εθνικού σχεδιασμού είναι μονόδρομος για μια χώρα που είναι γεωγραφικά τοποθετημένη σε μια από τις δυσκολότερες γειτονιές του πλανήτη και η οποία αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το φάντασμα της οικονομικής χρεωκοπίας.
Του Παναγιώτη Τσάκωνα, αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων και Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου







































































































