H οµιλία του βουλευτή της Ν.Δ. Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή, για το σ/ν για την Ανώτατη Εκπαίδευση.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στην τελευταία του συνέντευξη, πριν φύγει πρόωρα από τη ζωή, ένας σημαντικός Έλληνας, ο Νίκος Θέμελης, έλεγε: «Αν δεν καθίσουμε να συνεννοηθούμε, θα τρώμε τα σκαμπίλια το ένα πίσω από το άλλο».
Νομίζω ότι κανένας τομέας της ελληνικής ζωής, κοινωνικής και δημόσιας, δεν έχει φάει περισσότερα σκαμπίλια ως αποτέλεσμα της έλλειψης συνεννόησης από τον τομέα της παιδείας, η οποία δυστυχώς βρέθηκε διαχρονικά στον κυκλώνα μίας σκληρής εσωκομματικής αντιπαράθεσης.
Επιτρέψτε μου να πω ότι το μεγαλύτερο μερίδιο της ευθύνης για την πόλωση, η οποία συνόδευσε τις προσπάθειες για τις απαραίτητες αλλαγές στην παιδεία, το έχει δυστυχώς το Κόμμα του ΠΑΣΟΚ, το Κόμμα της Κυβέρνησης. Αυτό το λέω, διότι δύο φορές, το 1993 και το 2007, πολέμησαν λυσσαλέα κάποιες αλλαγές, οι οποίες σήμερα αποδεικνύεται από τις πρωτοβουλίες τις οποίες φέρνει η Κυβέρνηση, ότι είχαν κινηθεί στη σωστή κατεύθυνση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ΠΑΣΟΚ ήταν και το Κόμμα το οποίο τορπίλισε τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, με αποτέλεσμα να μην αλλάξει το επαίσχυντο άρθρο 16 και να μην επιτρέπεται στη χώρα μας η λειτουργία μη κρατικών και –γιατί όχι- ιδιωτικών πανεπιστημίων. Κατά συνέπεια, η ευθύνη η οποία σας βαραίνει είναι σημαντική.
Δυστυχώς, τη νύφη για την κατάσταση στην παιδεία, την οποία παρουσίασε πολύ γλαφυρά ο κ. Κρεμαστινός, την πλήρωσαν οι φοιτητές που μπήκαν με πολλά όνειρα σε ένα πανεπιστήμιο το οποίο διέψευσε τις προσδοκίες τους, γονείς οι οποίοι πλήρωσαν ακριβά την προετοιμασία των επίδοξων φοιτητών για να μπουν σ’ αυτό το ελληνικό πανεπιστήμιο και πάρα πολλοί φιλότιμοι καθηγητές, οι οποίοι είδαν τα όνειρά τους για παροχή μίας ποιοτικής παιδείας να διαψεύδονται, δυστυχώς, παταγωδώς!
Είναι απολύτως σαφές ότι αυτή η κατάσταση, κυρία Υπουργέ, δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο. Και δεν είναι μόνο τα αποτελέσματα τα οποία παρουσίασε ο κ. Κρεμαστινός για τις τραγικές επιδόσεις των ελληνικών πανεπιστημίων σε όλες τις διεθνείς κατατάξεις, αλλά αυτό το οποίο νομίζω ότι ενοχλεί περισσότερο απ’ όλα είναι μία καθεστωτική λογική η οποία υπάρχει από μέρος –και όχι το σύνολο- του πανεπιστημιακού κατεστημένου, το οποίο εξακολουθεί να συμπεριφέρεται ωσάν το πανεπιστήμιο να τους ανήκει, ωσάν να είναι ιδιοκτήτες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Το μόνο μέλημα αυτού του τμήματος του πανεπιστημιακού κατεστημένου είναι η διατήρηση του «status quo» και η εξασφάλιση προνομίων, πολλά από τα οποία είναι αποτέλεσμα ασυδοσίας και αυθαιρεσίας. Όταν φθάνει στο σημείο ο Πρύτανης του μεγαλύτερου πανεπιστημίου της χώρας και η Σύγκλητος να απειλεί ότι δεν θα εφαρμόσει ένα νόμο τον οποίο έχει ψηφίσει ή θα ψηφίσει η ελληνική Βουλή, πιστεύω ότι καταλαβαίνετε ότι το μόνο μέλημα αυτής της μερίδας των πανεπιστημιακών που υπερασπίζεται αυτήν την άποψη είναι η διατήρηση πολύ συγκεκριμένων κεκτημένων δικαιωμάτων.
Κυρία Υπουργέ, σε αντίθεση με τη συνηθισμένη πρακτική την οποία ακολούθησαν μέλη του δικού σας Κόμματος, όταν εμείς εισάγαμε τολμηρές μεταρρυθμίσεις, εγώ δεν θα μπω στον πειρασμό να επικρίνω το νομοσχέδιο και δεν θα το αντιμετωπίσω μέσα από το πρίσμα της στείρας αντιπολιτευτικής πρακτικής. Εγώ θα σας πω ευθέως ότι αυτό το νομοσχέδιο κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Η άποψή μου είναι ότι μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος και η Νέα Δημοκρατία πρέπει να υπερψηφίσει αυτό το νομοσχέδιο, παρά τις αδυναμίες του και παρά τα προβλήματά του, για να στείλουμε ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι θα πρέπει να γίνουν ουσιαστικές και δραστικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα πανεπιστήμια.
Εγώ πιστεύω ότι αυτό το νομοσχέδιο έχει πολλά θετικά, αλλά τρία είναι τα ουσιαστικά θετικά σημεία, τα οποία κατά την άποψή μου συνηγορούν στην υπερψήφισή του και από το Κόμμα μου. Θα σας τα αναφέρω.
Πρώτο θετικό σημείο είναι η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, χωρίς περιστροφές και χωρίς αστερίσκους και υποσημειώσεις.
Δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση. Το έχουμε πει πάρα πολλές φορές. Πολλοί από εμάς έχουμε αγωνιστεί να αλλάξει το επαίσχυντο άρθρο 2 του ν. 1268 που δημιούργησε αυτό το πλέγμα, πίσω από το οποίο κρύφτηκαν απίστευτες παραβατικές συμπεριφορές, από διακίνηση ναρκωτικών, μέχρι χτισίματα καθηγητών και προπηλακισμοί ή το να μη δίνεται η δυνατότητα σε πολιτικά πρόσωπα να πηγαίνουν να ομιλούν στο πανεπιστήμιο, επειδή έχουν μία συγκεκριμένη άποψη.
Αυτή είναι η ελευθερία της σκέψης την οποία προάσπισε το άσυλο; Όχι! Επομένως, πολύ καλά κάνετε και το καταργείτε με τρόπο κάθετο. Βέβαια, απομένει να δούμε εάν αυτή η κατάργηση του ασύλου θα εφαρμοστεί και στην πράξη. Εκεί, βέβαια, η ευθύνη πια είναι στην οργανωμένη πολιτεία και στην εκτελεστική εξουσία να εφαρμόσει, επιτέλους, αυτήν την κατάργηση του ασύλου στην πράξη.
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο αυτού του νομοσχεδίου είναι ότι δίνει πολύ μεγαλύτερη ευελιξία στα πανεπιστήμια να ρυθμίσουν τα του οίκου τους. Το αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων, κατά την άποψή μου, είναι ένας μύθος. Για ποιο αυτοδιοίκητο μιλάμε, όταν για κάθε απόφαση που πρέπει να πάρει το ελληνικό πανεπιστήμιο, είτε είναι μεγάλο, είτε είναι μικρό, πρέπει να πάρει την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας;
Άρα το αυτοδιοίκητο, το οποίο είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, επί της ουσίας δεν το υπεράσπισε ο κοινός νομοθέτης και καλά κάνετε αυτή τη στιγμή και δίνετε μεγαλύτερη δυνατότητα στα πανεπιστήμια να ρυθμίσουν τα του οίκου τους, όπως πολύ κάνετε και συνδέετε τη χρηματοδότηση με την αξιολόγηση. Είναι αδιανόητο να μην αξιολογούνται τα πανεπιστήμια, όπως είναι αδιανόητο να μην αξιολογούνται οι καθηγητές. Και νομίζω ότι σ’ αυτό ο νόμος κάνει μία πολύ σημαντική τομή προς τη σωστή κατεύθυνση.
Και το τρίτο -δεν ξέρω αν είναι το σημαντικότερο αλλά πάντως είναι πολύ σημαντικό- έχει να κάνει με την κατάργηση της συμμετοχής των φοιτητών στην εκλογή των πρυτάνεων. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, από το 2006 όταν μίλησα από αυτό το Βήμα για το νομοσχέδιο της κυρίας Γιαννάκου, είχα ζητήσει τότε να μην συμμετέχουν καθόλου οι φοιτητές στην εκλογή των πρυτάνεων και ξέρω ότι αυτό προκάλεσε και ορισμένες εσωκομματικές αντιδράσεις, ως προς την άποψη την οποία είχα εκφράσει. Είχα πει τότε ότι εγώ είχα την τύχη, τη χαρά να φοιτήσω σε πανεπιστήμια τα οποία είναι από τα κορυφαία στις διεθνείς κατατάξεις κι εκεί οι φοιτητές δεν συμμετείχαν στη διοίκηση του πανεπιστήμιου. Αξιολογούσαν βέβαια το διδακτικό έργο κι αυτή η αξιολόγηση ήταν εξαιρετικά σημαντική για την πρόοδο των καθηγητών και το αξιολογούσαν με τρόπο εξαντλητικό, συμμετείχαν σε αποφάσεις που είχαν να κάνουν με τη φοιτητική ζωή, αλλά δεν συμμετείχαν στη διοίκηση του πανεπιστήμιου και δεν συμμετέχουν στη διοίκηση του πανεπιστημίου οι φοιτητές σε κανένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου. Θα πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Το θέαμα των κομματικών νεολαιών που υποδέχονται τους πρωτοετείς φοιτητές με τραπεζάκια και με φυλλάδια είναι ένα άθλιο θέαμα το οποίο πρέπει κάποια στιγμή να το τελειώσουμε.
Και πρέπει να το τελειώσουμε όχι μόνο με την ψήφιση του νόμου, πρέπει να το τελειώσουμε, αν θέλετε και με μία πολιτική συμφωνία ότι οι πολιτικές νεολαίες έχουν ρόλο να παίξουν μέσα στα πανεπιστήμια, έχουν ρόλο να συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο, αλλά σε καμμία περίπτωση δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να δεχόμαστε αυτήν την άθλια συναλλαγή, την οποία περιέγραψε πολύ γλαφυρά ο κ. Γρυσπολάκης -τον οποίο άκουσα σήμερα το πρωί να μιλάει στο ραδιόφωνο- ο τέως Πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης, με την οποία δυστυχώς πολλές από τις πρυτανικές εκλογές εξασφαλίστηκαν με αντάλλαγμα όλων των ειδών τα προνόμια από καλές βαθμολογίες μέχρι και οικονομικά οφέλη. Αυτό το πράγμα πρέπει να τελειώσει και πρέπει αυτό το μήνυμα από αυτήν την Αίθουσα να βγει με πάρα πολύ ξεκάθαρο τρόπο.
Τελειώνω, κυρία Πρόεδρε. Δεν ξέρω αν ο καλύτερος τρόπος για την εκλογή του πρύτανη είναι το Συμβούλιο ή αν ο πρύτανης πρέπει να εκλέγεται απ’ όλα τα μέλη ΔΕΠ. Δεν γνωρίζω αρκετά για το ελληνικό πανεπιστήμιο για να γνωρίζω εάν πρέπει να πάμε προς την μία ή προς την άλλη κατεύθυνση. Νομίζω ότι και οι δύο τρόποι έχουν τα θετικά και αρνητικά τους, αλλά δεν πρέπει να συμμετέχουν οι φοιτητές και δεν πρέπει να συμμετέχει το διοικητικό προσωπικό.
Πιστεύω και κλείνω μ’ αυτό κυρία Υπουργέ, ότι μπορούμε έστω και την τελευταία στιγμή με καλή διάθεση κι από εσάς αλλά και από τη Νέα Δημοκρατία να βρούμε ένα πεδίο συνεννόησης και νομίζω ότι το μήνυμα το οποίο πρέπει να βγει απ’ αυτήν την Αίθουσα πρέπει να είναι καταλυτικό, να βγει με διακομματική συνεννόηση τριών τουλάχιστον κομμάτων του ελληνικού Κοινοβουλίου και να στείλουμε ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί και πρέπει να αλλάξει.







































































































