Πριν μερικές μέρες έφυγε ξαφνικά απ’ τη ζωή ο Γιάννης Σβολάκος. Το γεγονός λύπησε βαθιά την κοινωνία της πόλης μας. Παιδί μιας μελισσιώτισας κι ενός μανιάτη, γεννημένος εδώ, ήταν πασίγνωστος σ’ αυτούς που ζουν το Μαρούσι, φιλικός, πάντα με το χαμόγελο, σού ’λεγε «γεια σου φιλαράκι μου» και τό ’νοιωθε. Είχε πάντα καλό το λόγο. Στο αέναο δούναι και λαβείν των ανθρώπων τον αγαπούσαμε, γιατί η αγάπη ήταν εντός του προς όλους.
Του Δημήτρη Χατζή
Ο Γιάννης ίσα-ίσα το δημοτικό τελείωσε. Αυτό όμως αρκούσε, για να έχει τη σοφία του απλού ανθρώπου. Με τον Τύπο είχε σχέση καθημερινή και ιδιαίτερη. Αυτός ο κοινωνικός άνθρωπος, όταν διάβαζε την εφημερίδα, γινόταν απόμακρος. Τα χείλη του συνόδευαν αθόρυβα την ανάγνωση, χωρίς διακοπή, λες κι εκεί επεξεργαζόταν το κείμενο. Την πολιτική του άποψη θεμελίωνε σε απαραβίαστες αρχές. Απολαυστικός ήταν στις πολιτικές αναλύσεις. Ενημερωμένος, σκεπτικός και εύστοχος. Στο φρόνημα ελεύθερος.
Υπήρξε παντελώς άδολος και ανιδιοτελής. Είχε έμφυτη την αξιοπρέπεια. Κάθε του ενέργεια απέπνεε ευγένεια. Τον διέκρινε αυτή η ανεκτίμητη ποιότητα του λαϊκού ανθρώπου, που την εξέπεμπε αποτελεσματικά, ακόμη και σε χώρους όχι εύκολους. Αν θελήσουμε με μία λέξη να τον προσδιορίσουμε σ’ όλο του το βίο, αυτή είναι η λέξη άκακος.
Μπογιατζής το επάγγελμα. Ανέγγιχτη η ψυχή του από μιζέριες. Ζείδωρες γι’ αυτόν οι μικρές χαρές. Κατείχε την τέχνη να παλεύει τα πολλά και δύσκολα. Τον έβλεπες ακαταπόνητο να στριφογυρίζει εκεί, όπου ο ίδιος αντιλαμβανόταν αυθεντική τη ζωή. Απολάμβανε το κρασάκι και το ουίσκι βέβαια. Απεχθανόταν το προσποιητό, το δήθεν. Ήταν αληθινός. Να, ένας άλλος λόγος που εξηγεί, γιατί συγκέντρωνε την καθολική συμπάθεια.
Εμβληματικός τύπος στο Μαρούσι ο Σβολάκος. Ίσως ο τελευταίος μια εποχής, που έληξε οριστικά. Έφυγε εν ειρήνη, παίρνοντας μαζί του ό,τι είχε απομείνει από τη γειτονιά, την παράδοση, το ανεξίκακο πείραγμα, την εγκαρδιότητα. Καλό κατευώδιο στο μεγάλο σου ταξίδι αγαπημένε φίλε.







































































































