Από τη στήλη ΕΠΕΑ ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ
Γράφει ο Άγγελος Πολύδωρος
Μακάρι όσα γράφτηκαν για το «Φέρτο» του Ακύλα, εκ του λατινικού Aquilla (Αετός) να γίνουν και ψήφοι στη φετινή Eurovision Song Contest. Το αναφέρω, επειδή έκανα μια βόλτα στα σόσιαλ και διάβασα τέτοια σχόλια και τόσες αναλύσεις που είπα «δεν μπορεί, κάτι θέλει να πει ο ποιητής».
Κάθισα λοιπόν και το άκουσα, παρόλο που έλεγα να αποφύγω την Eurovision που δεν είναι μουσικός διαγωνισμός, αλλά μια εμπορευματοποίηση μουσικής και εικόνας. Οι νέοι δεν λένε πια «το άκουσες αυτό το τραγούδι;» αλλά «το είδες αυτό το τραγούδι;» και μετά από κάποια δευτερόλεπτα ακριβοπληρωμένα από τους «χορηγούμενη» και αφού πατήσουν [Χ] για να αποφύγουν τη διαφήμιση, κάθονται και το βλέπουν. Αυτό είναι η καταναλωτική κουλτούρα που χαρακτηρίζει την κοινωνία της «ύστερης νεωτερικότητας» (τα λέω καλά κ. Δημήτρη Σουλιώτη;)
Δεν έχω διαβάσει το βιογραφικό του Ακύλα. Όμως, οι στίχοι, ο ρυθμός και η γλώσσα του σώματος, νομίζω ότι εκφράζουν προσωπικά βιώματα οικονομικών δυσκολιών που τα μετατρέπει σε συλλογικό αφήγημα. Η φιλοδοξία του να ξεφύγει και να προσφέρει (Λέει: «Δες με μαμά»), αντικατοπτρίζει τη βαθιά ριζωμένη αξία της κοινωνικής ανόδου, την πίστη του ότι η προσπάθεια μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της κοινωνικής θέσης. Στίχοι: «Όσα στερηθήκαμε παλιά / Νιώθω πως θα καταφέρω / Να προσφέρω μη μας λείψει κάτι ξανά».
Ο τίτλος του τραγουδιού (συγκοπτόμενη προστακτική: Φέρε το – Φερ’ το) με τον επιθετικό τρόπο που «εκτοξεύεται» στο τραγούδι, αναδεικνύει μια ένταση ανάμεσα στην ανάγκη για επιβίωση και στην επιθυμία για κοινωνική άνοδο, στοιχεία που αφορούν κυρίως τις νεότερες γενιές στην Ελλάδα της οικονομικής αβεβαιότητας και παραπέμπει στη λογική του καπιταλιστικού συστήματος: «Θέλω δόξα, αιωνιότητα και λεφτά / Ρούχα επιλεγμένα που ‘ναι τόσο ακριβά / Να φωνάζουν τ’ όνομά μου τόσο δυνατά / Και να χορεύω – χορεύω όσο πάω ψηλά».
Επίσης, η χρήση ξένων γλωσσών εντάσσεται στη λογική της Eurovision (παγκοσμιοποίηση), όπου η εθνική εκπροσώπηση δεν περιορίζεται σε ένα παραδοσιακό τραγούδι, αλλά εκφράζει μια «υβριδική» ταυτότητα συνύπαρξης του τοπικού και του παγκόσμιου. Αυτό θέλει η σύγχρονη νεολαία: να κινείται ανάμεσα σε εθνικές ρίζες και διεθνείς πολιτισμικές επιρροές. «Je veux le sommet, pas juste un pas / Rien ne me suffit, je réclame tout ça / Ακόμη κι όλα, δεν ειν’ αρκετά».
Συνολικά, το «Φέρ’ το» εκφράζει τη φιλοδοξία, το άγχος και την αντίφαση της σύγχρονης κοινωνίας μεταξύ της ανάγκης για υλική εξασφάλιση και της επιθυμίας για αναγνώριση. «Ένα block επιταγών και check σε όλους να γράψω / Φέρε μου ένα ποτό που θέλω να ξεδιψάσω / Φερ’ τα μου όλα-όλα, πάλι δεν θα χορτάσω».







































































































