Γράφει ο Φοίβος Ιωσήφ
H Ιστορία γράφει πως στη µάχη των Θερµοπυλών το 480 π.Χ. έπεσαν νεκροί είκοσι χιλιάδες Πέρσες και απέναντί τους χίλιοι Έλληνες. Μεταξύ αυτών ο Βασιλιάς της Σπάρτης Λεωνίδας, ο υπαρχηγός του ∆ιηνέκης, ενώ όλοι οι άλλοι ήσαν οπλίτες.
Είναι έτσι όµως τα πράγµατα ή µήπως είναι τελείως διαφορετικά; Η νοµοθεσία της Σπάρτης απαγόρευε σε κάθε Σπαρτιάτη πολίτη να λάβει µέρος σε µάχη αν προηγουµένως δεν είχε αποκτήσει άρρενα απόγονο ικανό να αντικαταστήσει τον πατέρα του αν ο ίδιος έπεφτε κατά τη διάρκεια της µάχης. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα έµενε κενό στον σπαρτιατικό στρατό.
Ο ∆ιηνέκης είχε τέσσερις κόρες, άρα αδύνατη η συµµετοχή του στη µάχη των Θερµοπυλών. Ο σπαρτιατικός νόµος δεν ήθελε να µείνει κενό αν σκοτωνόταν ο ∆ιηνέκης. Τότε ο γενναίος ∆ιηνέκης πλησίασε µια δούλα και της έδωσε ένα σοβαρό ποσό και εκείνη βεβαίωσε ότι το αγοράκι που είχε γεννήσει το είχε φέρει στον κόσµο µε γαµέτη τον στρατιώτη ∆ιηνέκη.
Πρόβληµα ουδέν, ο ∆ιηνέκης θα πολεµούσε µαζί µε τους συµπατριώτες του στα στενά των Θερµοπυλών.
Ο σπαρτιατικός στρατός είχε κι όλας ξεκινήσει για τον προορισµό του. Έφυγε ασθµαίνων και καθυστερηµένος και ο ∆ιηνέκης. Πρόλαβε το σώµα των στρατιωτών κοντά στη Νεµέα και ενσωµατώθηκε σε αυτούς. Έφτασαν στις Θερµοπύλες δύο ηµέρες αργότερα. Εκεί πληροφορήθηκε ο ∆ιηνέκης ότι ο Ξέρξης είχε απειλήσει τους Έλληνες ότι τα τόξα που θα έριχναν οι Πέρσες θα σκοτείνιαζαν τον ουρανό.
Η απάντηση ήρθε από τον υπερήφανο ∆ιηνέκη: ∆εν πειράζει, είναι καλύτερα, θα πολεµάµε υπό σκιάν. Ας σηµειωθεί ότι ο Περσικός στρατός αριθµούσε περίπου 2.500.000 στρατιώτες και πως οι ορδές του έφταναν από τις Θερµοπύλες µέχρι λίγο µετά την Σπερχειάδα. Η µάχη άρχισε λυσσαλέα στις 12 Αυγούστου και τελείωσε τρεις µέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου.
Νεκροί από την πλευρά των Περσών περίπου είκοσι χιλιάδες οπλίτες. Από τους Έλληνες σκοτώθηκαν 300 Σπαρτιάτες και 700 Θεσπιείς. Τους µακέλεψαν οι Έλληνες µέσα στα στενά µεταξύ θαλάσσης και ξηράς.
Λένε πως τα σπαθιά (κοπίδες) στα χέρια του Λεωνίδα και του ∆ιηνέκη ήταν πραγµατικές κρεατοµηχανές. Όταν το σπαθί του κατέβαινε από αριστερά προς τα δεξιά ένα περσικό κεφάλι έµενε για λίγο στον αέρα και ύστερα προγειωνόταν µέσα στα αίµατα και τη σκόνη. Το ίδιο συνέβαινε και όταν κατέβαινε από δεξιά προς αριστερά, δεν υπήρχε έλεος και σωτηρία για εκείνον που τόλµαγε να πλησιάσει τον στρατιώτη ή τον Βασιλιά της Σπάρτης, ήταν χαµένος από χέρι και αυτός και το άµυαλο κεφάλι του.
Η µάχη κράτησε τρεις ηµέρες και τελικά κατέληξε στο αποτέλεσµα ακριβώς όπως το είχε διηγηθεί ο Λεωνίδας στη γυναίκα του Γοργώ. Όταν εκείνη τον ρώτησε τι έπρεπε να κάνει αν µάθαινε για τον θάνατό του στις Θερµοπύλες, εκείνος της απάντησε «Γαµού τω καλλίστω» Να παντρευτείς τον καλύτερον. Τον Λεωνίδα τον ενδιέφερε να κάνει δυνατά παιδιά για τη Σπάρτη. Ευτυχώς που δεν της είπε, κοίτα µην µάθω τίποτα νταραβέρια µε κανάν περίεργο τύπο. Άλλες ιδέες, άλλα ήθη, άλλες σκέψεις και προορισµοί. Μεγάλα υψόµετρα, πλατειές ψυχές. Άλλα βάρη.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη και στον πόλεµο του ’40 κατά των Ιταλών. Τους αλλάξαµε το ταµ τιριρι. Στα οχυρά του Μπέλες, όταν ήρθε η εντολή να τα παραδώσουν στους Γερµανούς γιατί η Βέρµαχτ είχε περάσει µέσα στην Ελλάδα από τον Αξιό και δεν υπήρχε λόγος αντίστασης, οι Έλληνες φώναζαν µέσα στα οχυρά «∆εν παραδινόµαστε, 300 στις Θερµοπύλες; Ογδόντα στο Ρούπελ». Απαιτούσαν τον θάνατο παρά την προσβολή.
Ξέραν κι αυτοί οι στρατιώτες πως του αντρειωµένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται!
Άρα, ούτε ένας νεκρός Έλληνας σε όλες τις µάχες. Ούτε ένας! Όλοι οι Έλληνες ζουν και γι’ αυτό, τον πλανήτη γη πάντα θα οδηγούν!







































































































