Γράφει ο δρ Αλέξιος Παναγόπουλος
Καθηγητής και ακαδηµαϊκός Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών
Η σύγχρονη γεωπολιτική της Ιταλίας δεν µπορεί να κατανοηθεί χωρίς την ιστορική της θέση ως µεσογειακού σταυροδροµίου µεταξύ Ευρώπης, Βόρειας Αφρικής και Μέσης Ανατολής.
Η γεωγραφία της ιταλικής χερσονήσου δεν υπήρξε ποτέ απλώς γεωγραφικό δεδοµένο· υπήρξε στρατηγικό εργαλείο ισχύος. Ήδη όπως έχω πάλι σηµειώσει, η Μεγάλη Ελλάδα ήταν και είναι ο κύριος γεωστρατηγικός κόµβος.
Ο άµισθος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν τυχαίο που µέσα στο συνταγµατικό του όραµα είχε την Κύπρο, τη Μητέρα Ελλάδα, τη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σαρδηνία, υπό το αυτοδιοικητικό µοντέλο της Ελβετίας των καντονίων που έφτιαξε.
Από το 1861 και κατόπιν που περιορίστηκε το ελληνικό στοιχείο, αλλά και από το τέλος του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου έως τον Ψυχρό Πόλεµο και µέχρι τη σηµερινή πολυπολική διεθνή τάξη, η Ιταλία εξελίχθηκε σε κρίσιµο επιχειρησιακό πεδίο, για υπηρεσίες πληροφοριών, δίκτυα επιρροής, ενεργειακές διαδροµές και γεωστρατηγικούς ανταγωνισµούς.
Η πρόσφατη απόφαση της κυβέρνησης της Τζόρτζια Μελόνι µε καταγωγή από τη Μεσσίνα, να επανεξετάσει τις παλιές αµυντικές συµφωνίες µε το κράτος του Ισραήλ, επανέφερε ένα ιστορικό ερώτηµα: Πόσο αυτόνοµη είναι πραγµατικά η ιταλική στρατηγική πολιτική;
Η γεωστρατηγική σηµασία της Ιταλίας, διαφαίνεται στο ότι η Ιταλία ελέγχει τρεις βασικούς στρατηγικούς άξονες που ο Καποδίστριας είχε αντιληφθεί για τη Μητέρα Ελλάδα και αυτή ήταν η πιο πιθανή αιτία της δολοφονίας του, για το λεγόµενο Ανατολικό Ζήτηµα. Η Μεγάλη Ελλάδα µε τη Μητέρα Ελλάδα βρίσκονται σε γεωστρατηγικούς άξονες: Πρώτον, τη θαλάσσια πρόσβαση στην κεντρική Μεσόγειο. ∆εύτερον, τον ενεργειακό διάδροµο Βόρειας Αφρικής-Ευρώπης. Τρίτον, τη σύνδεση του ΝΑΤΟ µε τη Μέση Ανατολή.
Η θέση τους αυτή τις καθιστά αναντικατάστατο γεωστρατηγικό πυλώνα για το NATO, την Αµερική, αλλά και για τις δυνάµεις του νέου κράτους του Ισραήλ. Η Ρώµη και η Αθήνα λειτουργούν ως ενδιάµεσος στρατηγικός χώρος όπου τέµνονται τα αµερικανικά στρατηγικά συµφέροντα, οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες στρατηγικής αυτονοµίας και τα ισραηλινά συµφέροντα ασφάλειας, τα αραβικά ενεργειακά συµφέροντα και οι ρωσικές γεωενεργειακές επιδιώξεις. Αυτή η πολυεπίπεδη διεθνής σύγκλιση παράγει και τη µόνιµη γεωπολιτική και γεωστρατηγική αστάθεια. Με την πολιτική της στρατηγικής αµφισηµίας και µε την ιταλική εξωτερική πολιτική που ιστορικά βασίστηκε σε µια νέα αρχή, την ισορροπία χωρίς την πλήρη ταύτιση.
Από την κρίσιµη εποχή του Άλντο Μόρο, η Ιταλία προσπάθησε να ισορροπήσει µεταξύ ∆ύσης και αραβικού κόσµου. Το λεγόµενο δόγµα του «Moro» συναποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγµα αυτού του δόγµατος, µε µια πρακτική ανοχής, µε αντάλλαγµα την αποφυγή της εσωτερικής τροµοκρατικής αποσταθεροποίησης.
Αυτή η πολιτική λογική αποτύπωνε έναν καθαρά γεωστρατηγικό ρεαλισµό, ότι η Ιταλία, λόγω θέσης, δεν θα µπορούσε να λειτουργήσει µόνο µε ιδεολογική µονοµέρεια. Ενώ οι Μυστικές Υπηρεσίες ως γεωπολιτικοί παράγοντες, στη µεταπολεµική Ευρώπη, µε υπηρεσίες πληροφοριών, δεν λειτουργούσαν απλώς ως µηχανισµοί ασφάλειας, αλλά ως εργαλεία διαµόρφωσης της ισορροπίας ισχύος.
Η Ιταλία αποτέλεσε ένα από τα σηµαντικότερα πεδία δράσης αυτών των µηχανισµών και η ύπαρξη της Operation Gladio είναι ιστορικά τεκµηριωµένη και επιβεβαιώνει ότι η Ιταλία υπήρξε πεδίο παράλληλων δικτύων εξουσίας και ελέγχου. Οι θεωρίες περί εµπλοκής ξένων µυστικών υπηρεσιών σε εσωτερικές ιταλικές κρίσεις, παραµένουν ως ένα διαχρονικό αντικείµενο ιστορικής και δικαστικής διαµάχης µε επικίνδυνες διαστάσεις.
Ωστόσο, το βασικό γεωπολιτικό συµπέρασµα είναι σαφές, ότι η Ιταλία υπήρξε πεδίο στρατηγικής διείσδυσης.
Ενώ η ενέργεια, ως ο νέος πυρήνας του διεθνούς ανταγωνισµού. Σήµερα το επίκεντρο δεν είναι µόνο η ασφάλεια, αλλά η ενέργεια.
Η Ιταλία φιλοδοξεί να γίνει ενεργειακός κόµβος της Ευρώπης µέσω του αγωγού Trans Adriatic Pipeline, των λιβυκών ενεργειακών σχέσεων, των αλγερινών συµφωνιών φυσικού αερίου. Αυτό όµως την καθιστά ευάλωτη σε υβριδικές επιχειρήσεις, σε κυβερνοεπιθέσεις, σε δολιοφθορές, σε στρατηγικές πιέσεις (αν θυµηθούµε και πρόσφατα στην Ισπανία).
Σήµερα η γεωενέργεια αντικατέστησε τη συµβατική στρατιωτική πίεση. Η Μελόνι εµφανίζει το νέο στρατηγικό δόγµα και η κυβέρνησή της επιχειρεί την επανατοποθέτηση της Ιταλίας ως µια ισχυρότερη σχέση µε την Ουάσιγκτον, µε στενότερη στρατηγική συνεργασία µε το Ισραήλ, µε σκληρότερη στάση στη Μεσόγειο και εδώ η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι ο ισχυρός παίκτης ή ρυθµιστής.
Αλλά υπάρχει η δοµική και γεωπολιτική αντίφαση, ενόσω η Ιταλία εξαρτάται ενεργειακά από τον αραβικό κόσµο, εντούτοις στρατηγικά από τη ∆ύση. Αυτό της δηµιουργεί τη στρατηγική διπλή εξάρτηση και τον έλεγχο.
Συµπέρασµα. Η Ιταλία σήµερα δεν είναι απλώς ένα ευρωπαϊκό κράτος. Είναι ο µεσογειακός µεντεσές της δυτικής γεωστρατηγικής αρχιτεκτονικής. Όποιος ελέγχει ή επηρεάζει τη σύγχρονη Ιταλία αποκτά πρόσβαση, σε Μεσόγειο, στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, στη στρατηγική ισορροπία Μέσης Ανατολής – ∆ύσης.
Η σηµερινή αναµέτρηση γύρω από τη Ρώµη δεν αφορά µόνο τις διµερείς σχέσεις µε το Ισραήλ. Αφορά το ποιος θα ελέγχει τη γεωστρατηγική καρδιά της Μεσογείου στον 21ο αιώνα. Και αυτό είναι το πραγµατικό γεωπολιτικό διακύβευµα, µε την Ελλάδα να βρίσκεται δέσµια, υποτελής και παγωµένη στις διεθνείς αυτές εξελίξεις.







































































































