Αλεξάνδρα Πάλλη – Γιαννακοπούλου
Πρόεδρος Δ.Σ. CSR HELLAS, Αντιπεριφερειάρχης Επιχειρηματικότητας & Ευρωπαϊκού Προγραμματισμού Περιφέρειας Αττικής, Πρόεδρος Δ.Σ. Αγροκτήματα Κιθαιρώνα Α.Ε.
Η Βιώσιμη Ανάπτυξη περνά από τη σφαίρα της πρόθεσης στο πεδίο της ανθεκτικότητας. Για τις επιχειρήσεις, τους θεσμούς και την κοινωνία, το θέμα δεν είναι πλέον μόνο η συμμόρφωση, αλλά η ικανότητα να δημιουργείται αξία που μπορεί να σταθεί στον χρόνο.
Τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την πανδημία, την ενεργειακή κρίση και την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής πράσινης μετάβασης, η Βιώσιμη Ανάπτυξη δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται μόνο ως συζήτηση σχετικά με τα θέματα περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Το ερώτημα δεν είναι πλέον, μόνο πώς η ανάπτυξη μπορεί να γίνει πιο φιλική προς το περιβάλλον. Είναι πώς μπορεί να παραμείνει αξιόπιστη, παραγωγική και κοινωνικά αποδεκτή σε μια εποχή αβεβαιότητας.
Οι κρίσεις των τελευταίων ετών έδειξαν ότι η οικονομική πρόοδος δεν κρίνεται μόνο από την αύξηση των μεγεθών. Κρίνεται από την ικανότητα μιας οικονομίας να προστατεύει τους ανθρώπους της, να στηρίζει τις επιχειρήσεις της, να διαχειρίζεται κινδύνους και να μη διαρρηγνύει τη συνοχή της όταν οι πιέσεις αυξάνονται. Υπό αυτή την έννοια, η Βιώσιμη Ανάπτυξη δεν είναι παράλληλο κεφάλαιο πολιτικής ή εταιρικής ευθύνης. Είναι ένα ουσιώδες συστατικό του τρόπου με το οποίο οργανώνεται η ίδια η ανάπτυξη ώστε να διασφαλίζεται η κοινωνική συνοχή και η δίκαιη μετάβαση για όλους.
Σε αυτό το σημείο εστιάζει σήμερα και η ευρωπαϊκή συζήτηση. Η Ευρώπη αναζητά νέα ισορροπία ανάμεσα στη βιωσιμότητα και την ανταγωνιστικότητα, ανάμεσα στη φιλοδοξία των στόχων και στην ικανότητα επιχειρήσεων και πολιτών να τους ακολουθήσουν. Η ισορροπία είναι λεπτή: η αναγκαία απλούστευση δεν πρέπει να εκληφθεί ως επιστροφή σε μια οικονομία χαμηλότερης ευθύνης. Οι κανόνες έχουν αξία όταν μπορούν να εφαρμοστούν, να κατανοηθούν και να δημιουργήσουν πραγματική βελτίωση. Όταν όμως αποκόπτονται από την πραγματική παραγωγικότητα, κινδυνεύουν να μετατραπούν σε βάρος αντί για μοχλό αλλαγής. Εκεί βρίσκεται και η ουσία της πρόκλησης: να διατηρηθεί η φιλοδοξία, χωρίς να χαθούν η δυνατότητα εφαρμογής, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, η ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και η κοινωνική συνοχή.
Η νέα επιχειρηματική γλώσσα της βιωσιμότητας
Εδώ το ESG αποκτά ουσιαστικό νόημα. Όχι ως τεχνική γλώσσα ειδικών, ούτε ως άσκηση συμμόρφωσης, αλλά ως τρόπος κατανόησης της ποιότητας μιας επιχείρησης. Η περιβαλλοντική διάσταση αφορά την ενέργεια, τους φυσικούς πόρους και τις επιπτώσεις της παραγωγής. Η κοινωνική διάσταση αφορά την εργασία, τους προμηθευτές, τους πελάτες και τις κοινότητες. Η διακυβέρνηση αποτυπώνει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την ικανότητα υπεύθυνων αποφάσεων. Αυτά τα στοιχεία δεν ανήκουν πλέον μόνο στη σφαίρα των αξιών. Μετατρέπονται σε κριτήρια επιχειρηματικής αξιοπιστίας, όχι θεωρητικά, αλλά σε αποφάσεις χρηματοδότησης, συνεργασίας, προμήθειας και εμπιστοσύνης.
Για μια επιχείρηση, η βιωσιμότητα δεν αφορά μόνο το πώς παρουσιάζει την ευθύνη της. Αφορά το πώς αποδεικνύει ότι μπορεί να παραμείνει αξιόπιστη, χρηματοδοτήσιμη και ανθεκτική, σε ένα περιβάλλον μεγαλύτερων απαιτήσεων. Οι τράπεζες, οι επενδυτές, οι μεγάλοι πελάτες και οι διεθνείς συνεργάτες ζητούν ολοένα περισσότερο δέσμευση, δεδομένα και συνέπεια. Η Βιώσιμη Ανάπτυξη μετακινείται έτσι από το πεδίο της συμμόρφωσης στον πυρήνα της στρατηγικής διοίκησης: επηρεάζει το κόστος, την πρόσβαση σε κεφάλαια, τις συνεργασίες, το ανθρώπινο δυναμικό και τη μακροχρόνια αντοχή.
Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ελληνική οικονομία. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της παραγωγικής και κοινωνικής ζωής της χώρας. Η Βιώσιμη Ανάπτυξη δεν μπορεί να αποκτήσει πραγματικό εύρος, αν παραμένει υπόθεση μόνο των μεγάλων επιχειρήσεων, που διαθέτουν εξειδικευμένες δομές, ανθρώπινο δυναμικό και πρόσβαση σε τεχνική γνώση. Για τις μικρότερες επιχειρήσεις χρειάζονται αναλογικές απαιτήσεις, πρακτική καθοδήγηση, κατάρτιση, χρηματοδοτικά εργαλεία και κοινή γλώσσα. Διαφορετικά, η μετάβαση θα κινδυνεύσει να δημιουργήσει δύο ταχύτητες: επιχειρήσεις που μπορούν να ανταποκριθούν και επιχειρήσεις που, όχι από έλλειψη πρόθεσης αλλά από έλλειψη πόρων, θα μείνουν πίσω.
Στην πράξη, η βιωσιμότητα δεν εξαντλείται στη σύνταξη μιας έκθεσης. Μπορεί να ξεκινά από τη μείωση της ενεργειακής σπατάλης, την καλύτερη διαχείριση πρώτων υλών, την πρόληψη κινδύνων στην εργασία, την επένδυση σε δεξιότητες, την υπεύθυνη επιλογή προμηθευτών και τη διαφάνεια απέναντι στους συνεργάτες. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η υπευθυνότητα περνά από τη δήλωση στην καθημερινή διοίκηση.
Η εμπειρία μας στο CSR HELLAS, μέσα από τη μακρόχρονη διαδρομή του Οργανισμού στην προώθηση της υπεύθυνης επιχειρηματικότητας, αναδεικνύει ακριβώς αυτή την ανάγκη: πρακτικά εργαλεία, συνεργασία και μεταφορά γνώσης. Ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που έχουν περιορισμένους πόρους αλλά κρίσιμο ρόλο στην οικονομία, η βιωσιμότητα χρειάζεται να μεταφράζεται σε εφαρμόσιμα βήματα και όχι να παραμένει στο επίπεδο της στρατηγικής πρόθεσης.
Η κοινωνική διάσταση είναι εξίσου καθοριστική. Καμία πράσινη ή ψηφιακή μετάβαση δεν μπορεί να έχει διάρκεια αν πολίτες, εργαζόμενοι και μικρότερες επιχειρήσεις τη βιώνουν κυρίως ως κόστος, απειλή ή αποκλεισμό. Η δίκαιη μετάβαση δεν είναι συμπληρωματικό κεφάλαιο. Είναι όρος επιτυχίας. Όταν οι αλλαγές συνοδεύονται από εκπαίδευση, νέες δεξιότητες, προστασία της απασχόλησης και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, αποκτούν αποδοχή και αντοχή.
Η νέα συμφωνία οικονομίας και κοινωνίας δεν είναι μια θεωρητική διακήρυξη. Είναι η αναγνώριση ότι η ανάπτυξη του μέλλοντος θα κριθεί από την ποιότητα των σχέσεων που τη στηρίζουν: τη σχέση της επιχείρησης με τους ανθρώπους της, της αγοράς με την κοινωνία, της καινοτομίας με την ευθύνη, της ανταγωνιστικότητας με τη συνοχή.
Σε μια περίοδο όπου η αβεβαιότητα διαπερνά την οικονομία, την εργασία και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, η Βιώσιμη Ανάπτυξη κρίνεται στον τρόπο με τον οποίο μια χώρα οργανώνει την αντοχή και την προοπτική της. Η ανάπτυξη που θα μετρήσει τα επόμενα χρόνια δεν θα είναι μόνο εκείνη που αυξάνει μεγέθη. Θα είναι εκείνη που αντέχει στις κρίσεις, δημιουργεί πραγματική αξία και ενισχύει την κοινωνία που τη στηρίζει.







































































































