Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος
Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία
Καταναλωτών Ελλάδος
Αντί η κυβέρνηση να µελετά και να καταθέτει ένα σοβαρό, συνεκτικό και µακροπρόθεσµο σχέδιο οικονοµικής µεγέθυνσης της ελληνικής οικονοµίας ή ένα σχέδιο που θα θωρακίζει τη θέση της χώρας στο διεθνές οικονοµικό περιβάλλον, επαναφέρει για ακόµη µία φορά στο δηµόσιο διάλογο το χιλιοπαιγµένο σενάριο: ∆ηµόσιοι υπάλληλοι, Ελληνικό ∆ηµόσιο, άρση µονιµότητας.
Πρόκειται για ένα πολιτικό déjà vu.
Ένα θέµα που επιστρέφει κάθε φορά που η κυβέρνηση αδυνατεί ή δεν επιθυµεί να ανοίξει τη συζήτηση εκεί όπου πραγµατικά πονάει: Στο παραγωγικό µοντέλο της χώρας, στις επενδύσεις υψηλής προστιθέµενης αξίας, στη βιοµηχανική πολιτική, στην καινοτοµία, στη σύνδεση της εκπαίδευσης µε την πραγµατική οικονοµία, στη φορολογική δικαιοσύνη και στη µείωση των ανισοτήτων.
Η ειρωνεία αν όχι η υποκρισία είναι προφανής. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εκπροσωπεί το πελατειακό µοντέλο διακυβέρνησης. Ένα µοντέλο που αντιµετωπίζει το Ελληνικό ∆ηµόσιο όχι ως θεσµό παραγωγής δηµόσιας πολιτικής και αναπτυξιακής δυναµικής, αλλά ως σχέση αλισβερισιού µεταξύ ψηφοφόρων-οπαδών του κόµµατος της Νέας ∆ηµοκρατίας.
Υπό αυτό το πρίσµα, είναι για γέλια και ταυτόχρονα για κλάµατα, να επιχειρεί να πείσει, για πολλοστή φορά, το εκλογικό ακροατήριο ότι δήθεν συγκρούεται µε τις παθογένειες του ∆ηµοσίου, χρησιµοποιώντας τα ίδια φθαρµένα επικοινωνιακά εργαλεία που κατά καιρούς µας έχει συνηθίσει.
∆εν µπορείς να εµφανίζεσαι ως µεταρρυθµιστής όταν:
– αναπαράγεις την κοµµατικοποίηση,
– συντηρείς δίκτυα εξάρτησης και ηµετέρων,
– αξιοποιείς το κράτος ως µηχανισµό πολιτικής και εκλογικής αναπαραγωγής.
Η συζήτηση περί άρσης της µονιµότητας παρουσιάζεται ως δήθεν τοµή εκσυγχρονισµού.
Στην πραγµατικότητα, όµως, δεν συνοδεύεται από καµία σοβαρή οικονοµική ή θεσµική τεκµηρίωση που να αποδεικνύει ότι η εργασιακή ασφάλεια στο ∆ηµόσιο αποτελεί εµπόδιο για την ανάπτυξη.
Καµία ανεπτυγµένη ευρωπαϊκή οικονοµία δεν στηρίχθηκε στη διάλυση της διοικητικής της σταθερότητας για να ισχυροποιηθεί διεθνώς. Αντιθέτως, κράτη µε ισχυρό, επαγγελµατικό και αξιοκρατικό δηµόσιο τοµέα αποτελούν πρότυπα οικονοµικής ανθεκτικότητας.
Το πραγµατικό πρόβληµα του ελληνικού ∆ηµοσίου δεν είναι η µονιµότητα, αλλά:
– η κοµµατική του οµηρία,
– η απουσία ουσιαστικής αξιολόγησης,
– η έλλειψη επιµόρφωσης και στοχοθεσίας,
– η ανυπαρξία λογοδοσίας.
Και αυτά απαιτούν πολιτικές συγκρούσεις που η παρούσα κυβέρνηση δεν έχει τη βούληση να δώσει.
Σε ποιο εκλογικό ακροατήριο απευθύνεται, τελικά, η κυβέρνηση Μητσοτάκη;
– Σίγουρα όχι στους νέους επιστήµονες που αναζητούν προοπτική.
– Σίγουρα όχι στη µεσαία τάξη που ασφυκτιά από το κόστος ζωής.
– Σίγουρα όχι σε όσους ζητούν ένα κράτος αποτελεσµατικό και δίκαιο.
Το αφήγηµα απευθύνεται σε ένα ακροατήριο θυµού και εύκολης στοχοποίησης, σε µια κοινωνική κόπωση που αναζητά απλά εξιλαστήρια θύµατα. Ένα ακροατήριο χρήσιµο επικοινωνιακά, αλλά απολύτως άχρηστο για την ανασυγκρότηση της χώρας.
Η Ελλάδα χρειάζεται σχέδιο, όχι ανακύκλωση φόβου.
Η ελληνική οικονοµία χρειάζεται εθνικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, ισχυρούς θεσµούς και κράτος που λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας και όχι ως κοµµατικό λάφυρο.
Η επαναφορά της άρσης της µονιµότητας δεν είναι µεταρρύθµιση. Είναι πολιτικός αποπροσανατολισµός. Και όσο η κυβέρνηση επιλέγει να ανακυκλώνει παλιά σενάρια και δοκιµασµένα επικοινωνιακά κόλπα, τόσο θα αποφεύγει τη µοναδική συζήτηση που έχει πραγµατική αξία: πώς η Ελλάδα θα πετύχει βιώσιµη ανάπτυξη και θα προσφέρει µέλλον στους πολίτες της.







































































































