Κάθε Κυριακή στη Θεία Λειτουργία συνηθίζεται, συχνά λίγο πριν από τη Θεία Μετάληψη, ένας ιερέας να αναλύει το «Ευαγγέλιο» ή τον «Απόστολο». Οι πιστοί τότε «εξέρχονται» από την κατάσταση της ιερής μυσταγωγίας και καλούνται να παρακολουθήσουν τις σκέψεις του κληρικού.
Γράφει ο Γεώργιος Γενετζάκης, φιλόλογος στο Χαλάνδρι
Και εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Συνήθως τα περισσότερα κηρύγματα έχουν δύο βασικά αρνητικά χαρακτηριστικά: στερούνται συνοχής και δεν συνδέονται επαρκώς με κοινωνικά θέματα.
Το πρώτο στοιχείο αποτυπώνει την ελλιπή προετοιμασία του ιεροκήρυκα. Αναμφισβήτητα, είναι επίπονη η συστηματική παραγωγή ουσιαστικού λόγου, αλλά έχω την αίσθηση ότι είναι προτιμότερο οι ιερείς να μιλούν λιγότερο, από το να εκφράζουν θέσεις, χωρίς αυτές να έχουν την αναγκαία δομή.
Μία ομιλία χωρίς νοηματική αλληλουχία και σαφή στόχο, με λογικά άλματα και ασύνδετα μεταξύ τους στοιχεία, ενίοτε εκφρασμένη σε λογιόμικτη γλώσσα, δεν γίνεται εύκολα κατανοητή από τον κόσμο και συγχρόνως αδικεί τις προθέσεις του ομιλητή.
Το δεύτερο, σημαντικότερο, έλλειμμα είναι η απουσία επαφής με την πραγματικότητα. Τα κηρύγματα πολλών κληρικών σήμερα αντλούν υλικό από ομιλίες άλλων εποχών, τότε που ο μέσος όρος εκπαίδευσης των ιερέων ήταν δραματικά χαμηλός.
Επαναλαμβάνονται οι ίδιοι φτωχοί σε ποιότητα συλλογισμοί, που μπορεί κάποτε να συγκινούσαν, αλλά όχι σήμερα, διότι η κοινωνία έχει αλλάξει, τα προβλήματα και οι ανάγκες είναι διαφορετικές, ενώ και το κατά κεφαλήν μορφωτικό επίπεδο του λαού έχει αυξηθεί αρκετά, και επομένως συνεπάγεται ανάλογος λόγος από τους εκπροσώπους της Εκκλησίας.
Για παράδειγμα οι ομιλίες που γίνονται στην «Κοίμηση της Θεοτόκου», τον 15Αύγουστο, κατά κανόνα εξαντλούνται στην ιδιότητα της Παναγίας ως μεσίτριας στο Θεό, διανθίζονται με δυσεξήγητες και μη χρήσιμες δογματικές ρήσεις, ενώ αφήνουν ανέγγιχτα τα θέματα της μητρότητας, τον καθοριστικό ρόλο της μητέρας στην αγωγή των νέων, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει αυτή στην ανατροφή των παιδιών της, που μεγαλώνει συχνά μόνη το παιδί της, που κάποτε βλέπει το σπλάχνο της να βουλιάζει αβοήθητο στην κινούμενη άμμο των ναρκωτικών, που υφίσταται ενίοτε η ίδια σεξουαλική παρενόχληση και την προσβλητική συμπεριφορά του προϊσταμένου της, που αντιμετωπίζει τη βία του άνδρα της ή του συντρόφου της.
«Ο Ιησούς συνάρπαζε τα πλήθη»
Πόσα ενδιαφέροντα θέματα υπάρχουν που μπορούν να αγγίξουν τα μέλη ενός εκκλησιάσματος στη Γιορτή της Παναγίας! Άλλωστε, δεν είναι λογικό να απουσιάζει η σύγχρονη εποχή από το κήρυγμα, διότι ο Χριστιανισμός καταξιώνεται ως πράξη μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι1.
Ας με συγχωρήσουν οι αναγνώστες, αλλά ένα σημαντικό ποσοστό των κηρυγμάτων στις εκκλησίες μας δεν πετυχαίνει να προβληματίσει τους ακροατές του. Οι ιερείς κηρύττοντας δεν προκαλούν κατά κανόνα εσωτερικό διάλογο στο εκκλησίασμα, ενώ παρουσιάζονται ως αυθεντικοί εκφραστές της «ορθότητας».
Δεν διακατέχονται από την αγωνία αν ο λόγος τους συγκινεί τους ακροατές τους, ενώ αρκετοί εκκλησιαζόμενοι αδιαφορούν επιδεικτικά για όσα λέγονται, διότι οι απόψεις του «ιεροκήρυκα» δεν τους αγγίζουν. Ας θυμηθούμε όμως ότι ο Ιησούς συνάρπαζε τα πλήθη, επειδή ο λόγος Του αφορούσε την τότε πραγματικότητα και μπορούσε να απευθύνεται στην ψυχή του κάθε ανθρώπου.
Αναμφισβήτητα, υπάρχουν προικισμένοι ιερείς που μπορούν και «συνομιλούν» με τον κάθε παριστάμενο στο κήρυγμά τους. Αλλά είναι δυνατόν και οι μη ταλαντούχοι στο λέγειν να μελετούν, να σχεδιάζουν, να προσπαθούν, να αυτομορφώνονται, προκειμένου να παρουσιάζουν αξιοπρεπείς και ενδιαφέροντες προβληματισμούς.
Χρειαζόμαστε ιεροκήρυκες έξυπνους, κοινωνικά μορφωμένους, ταπεινούς στις ιδέες τους, με δημιουργικό άγχος μπροστά στον κόσμο, όχι με την αυταρέσκεια αυτού που γνωρίζει την «αλήθεια» και φωνάζει στα μικρόφωνα του ναού, αλλά εκείνου που αγωνίζεται2 μαζί με τους πιστούς να αναδείξει την ποιότητα στην καθημερινότητα των ανθρώπινων σχέσεων, να ιχνηλατήσει την ομορφιά της ζωής, να καταθέσει τις απόψεις του στο κοινό, να κοινωνήσει τις ανησυχίες του, να ζήσει αυθεντικά3.
1.Κατά Ματθ. 25, 31-45
2.Χρυσόστομου Σταμούλη, «Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι», εκδόσεις Αρμός, Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 16-24.
3.Χρήστου Γιανναρά, «Ενάντια στη Θρησκεία», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2006







































































































