Γράφει ο Μάνος Κρανίδης
Πολιτικός μηχανικός ΕΜΠ, MSc, CEO
«KRAMA PROPERTY», γραµµατέας Ενηµέρωσης
µέλος ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ, πρόεδρος ΕΝΙΒΟΠΑ,
δηµοτικός σύµβουλος Χαλανδρίου,www.kramaproperty.com
Η φοιτητική στέγη αποτελεί ένα διαχρονικό και ολοένα ακριβότερο πρόβληµα για την ελληνική οικογένεια.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της αγοράς δείχνουν ότι και το 2026 οι µέσες ζητούµενες τιµές φοιτητικής κατοικίας συνεχίζουν ανοδικά, µε πανελλαδική αύξηση 5,3% σε σχέση µε το 2025.
Στον Πειραιά, για παράδειγµα, η µέση ζητούµενη τιµή φθάνει τα 12,6 ευρώ/τ.µ., ενώ ήδη από το 2025 σε πολλές φοιτητικές περιοχές της Αθήνας ένα µικρό διαµέρισµα κινούνταν περίπου στα 450-500 ευρώ τον µήνα.
Το σηµαντικότερο είναι ότι οι τιµές αυτές πρέπει να εξετάζονται σε σχέση µε το µέσο διαθέσιµο εισόδηµα της ελληνικής οικογένειας. Ένα ενοίκιο 450 ή 500 ευρώ, στο οποίο προστίθενται κοινόχρηστα, ηλεκτρικό ρεύµα, θέρµανση, διατροφή και µετακινήσεις, δηµιουργεί ένα ιδιαίτερα υψηλό συνολικό κόστος. Υπάρχουν εκτιµήσεις ότι η συνολική µηνιαία επιβάρυνση ενός φοιτητή που σπουδάζει µακριά από την οικογενειακή κατοικία µπορεί πλέον να ξεπερνά τα 900 ευρώ.
Και εδώ βρίσκεται η µεγάλη διαχρονική αδυναµία: η χώρα δεν έχει αναπτύξει συγκροτηµένη πολιτική φοιτητικής κατοικίας αντίστοιχη µε τις πραγµατικές ανάγκες. Οι δηµόσιες φοιτητικές εστίες δεν επαρκούν και τα δηµόσια πανεπιστήµια δεν διαθέτουν ολοκληρωµένη στεγαστική µέριµνα µεγάλης κλίµακας.
Παράλληλα, δεν υπάρχει µία ενιαία δηµόσια πλατφόρµα τύπου gov.gr που να συνδέει οργανωµένα πανεπιστήµια, φοιτητές και αγορά κατοικίας, µε πιστοποιηµένα διαθέσιµα ακίνητα, πραγµατικά στοιχεία, δυνατότητες συγκατοίκησης και πληροφόρηση για το κόστος. Μια τέτοια πλατφόρµα θα µπορούσε να προσφέρει µεγαλύτερη ασφάλεια, διαφάνεια και καλύτερη αντιστοίχιση προσφοράς και ζήτησης.
Μία άµεση λύση για πολλές οικογένειες είναι η συγκατοίκηση. ∆ύο φοιτητές µπορούν να µοιραστούν όχι µόνο το µίσθωµα αλλά και κοινόχρηστα, ενέργεια, internet και άλλα πάγια έξοδα, αποκτώντας παράλληλα πρόσβαση σε µεγαλύτερη και συχνά καλύτερη κατοικία. Επιπλέον, το στεγαστικό επίδοµα προβλέπει αυξηµένη ενίσχυση σε επιλέξιµες περιπτώσεις συγκατοίκησης.
Απαιτείται επίσης άµεση και οργανωµένη έρευνα αγοράς, πάντα µε διεξοδική επίσκεψη στο ακίνητο, µόλις οριστικοποιηθεί η σχολή. Οι οικογένειες πρέπει να συγκρίνουν όχι µόνο το ενοίκιο αλλά την κατάσταση του ακινήτου, την ενεργειακή απόδοση, τη θέρµανση, τα κοινόχρηστα, την ασφάλεια και κυρίως το κόστος και τον χρόνο µετακίνησης. Όταν βρεθεί ένα πραγµατικά κατάλληλο ακίνητο σε λογική τιµή, χρειάζεται γρήγορη και ασφαλής συµφωνία µε µισθωτήριο και ανάρτηση στο ΤΑΧΙΣ.
Η µακροπρόθεσµη λύση, όµως, βρίσκεται και στην αξιοποίηση της δηµόσιας ακίνητης περιουσίας. Κενά ακίνητα του ∆ηµοσίου, των ΑΕΙ και των δήµων µπορούν, όπου είναι τεχνικά εφικτό, να µετατραπούν σε φοιτητικές κατοικίες, µε δηµόσια χρηµατοδότηση, παραχωρήσεις ή Σ∆ΙΤ. Χιλιάδες ακίνητα κάθονται κενά ενώ οι υφιστάµενες φοιτητικές εστίες λίγες και σε κακή κατάσταση κατά πλειοψηφία χωρίς οργανωµένη διαχείριση.
Η φοιτητική στέγη δεν µπορεί να αντιµετωπίζεται κάθε Αύγουστο σαν ένα καινούργιο πρόβληµα. Χρειάζεται επιτέλους εθνικό σχέδιο φοιτητικής κατοικίας. Γιατί όταν η στέγαση ενός φοιτητή προσεγγίζει έναν ολόκληρο χαµηλό µισθό, η κατά τα άλλα δωρεάν δηµόσια πανεπιστηµιακή εκπαίδευση παύει στην πράξη να είναι οικονοµικά δωρεάν για την οικογένεια.





































































































