Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος, μέλος του ΙΝΚΑ/
Γενική Οµοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος
Η Ελλάδα εισέρχεται σταδιακά σε µια νέα περίοδο αυξηµένων δηµοσιονοµικών πιέσεων, σε ένα διεθνές περιβάλλον που µεταβάλλεται ραγδαία.
Η πρόσφατη απόφαση των κρατών-µελών του ΝΑΤΟ να κινηθούν προς σηµαντική αύξηση των αµυντικών δαπανών δηµιουργεί νέα δεδοµένα και για τη χώρα µας. Η ελληνική κυβέρνηση έχει αποδεχθεί τη σταδιακή προσαρµογή των αµυντικών δαπανών, µε αφετηρία περίπου το 2,5% του ΑΕΠ και στόχο το 5% σε βάθος χρόνου. Πρόκειται για µια επιλογή που συνεπάγεται σηµαντικές δηµοσιονοµικές δεσµεύσεις για τα επόµενα χρόνια.
Την ίδια στιγµή, η δηµόσια συζήτηση επανέρχεται και στα ελληνοτουρκικά, µε αφορµή τις δηλώσεις του Πρωθυπουργού για το γνωστό casus belli. Η γεωπολιτική αστάθεια της περιοχής ενισχύει την πίεση για διατήρηση υψηλών αµυντικών δαπανών, περιορίζοντας τα περιθώρια δηµοσιονοµικής ευελιξίας.
Η επόµενη επταετία, εκτιµώ, θα είναι ιδιαίτερα απαιτητική για την ελληνική οικονοµία.
Η χώρα εξακολουθεί να εξυπηρετεί ένα από τα µεγαλύτερα δηµόσια χρέη στην Ευρώπη, γεγονός που συνεπάγεται σηµαντικές ετήσιες υποχρεώσεις για την εξυπηρέτηση του χρέους. Παράλληλα, οι δηµοσιονοµικοί κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επανέρχονται σταδιακά σε ισχύ, περιορίζοντας τη δυνατότητα αύξησης των δηµοσίων δαπανών.
Σαν να µην έφταναν όλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσανατολίζεται σε µια σηµαντική αλλαγή του νέου Πολυετούς ∆ηµοσιονοµικού Πλαισίου 2028-2034. Οι βασικές προτεραιότητες µεταφέρονται πλέον προς την άµυνα, την καινοτοµία, τις νέες τεχνολογίες, την ανταγωνιστικότητα και τη στήριξη της Ουκρανίας. Αυτό σηµαίνει ότι οι παραδοσιακές πολιτικές συνοχής, οι οποίες επί δεκαετίες χρηµατοδοτούσαν έργα στις ελληνικές Περιφέρειες, στους ∆ήµους και στις µικροµεσαίες επιχειρήσεις, ενδέχεται να δεχθούν σηµαντικές πιέσεις, εφόσον επικρατήσουν οι προτάσεις των λεγόµενων «φειδωλών» χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά.
Οι συνέπειες µιας τέτοιας εξέλιξης θα είναι ιδιαίτερα αισθητές στην ελληνική περιφέρεια. ∆ήµοι, Περιφέρειες,
αναπτυξιακοί οργανισµοί και επιχειρήσεις θα κληθούν να λειτουργήσουν µε λιγότερους ευρωπαϊκούς πόρους, σε µια περίοδο κατά την οποία οι ανάγκες των τοπικών κοινωνιών αυξάνονται.
Ταυτόχρονα, το ελληνικό ∆ηµόσιο εξακολουθεί να αντιµετωπίζει χρόνιες παθογένειες. Η υψηλή λειτουργική δαπάνη, οι διαρθρωτικές αδυναµίες και η περιορισµένη αποτελεσµατικότητα σε αρκετούς τοµείς συνεχίζουν να επιβαρύνουν τα δηµόσια οικονοµικά, αφήνοντας περιορισµένο χώρο για νέες κοινωνικές και αναπτυξιακές πολιτικές.
Η µεγάλη πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι µόνο η εξεύρεση περισσότερων πόρων. Είναι η αναδιάρθρωση των κρατικών δαπανών, η αύξηση της παραγωγικότητας, η ενίσχυση των επενδύσεων και η αποτελεσµατικότερη αξιοποίηση κάθε διαθέσιµου ευρώ.
Η Ελλάδα βρίσκεται µπροστά σε µια δύσκολη δηµοσιονοµική εξίσωση. Όταν αυξάνονται οι αµυντικές υποχρεώσεις, παραµένει υψηλό το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και οι ευρωπαϊκοί πόροι ενδέχεται να ανακατανεµηθούν προς νέες προτεραιότητες, οι επιλογές γίνονται αναπόφευκτα πιο δύσκολες.
Η επόµενη επταετία δεν θα θυµίζει την προηγούµενη. Και αυτό σηµαίνει ότι η χώρα χρειάζεται σοβαρό σχεδιασµό, πολιτική ειλικρίνεια και ένα νέο αναπτυξιακό µοντέλο.
Γιατί, ανεξάρτητα από τον όρο που θα χρησιµοποιήσει κανείς, οι πολίτες θα κληθούν να ζήσουν σε ένα περιβάλλον αυστηρότερης δηµοσιονοµικής πειθαρχίας και περιορισµένων δηµοσιονοµικών περιθωρίων.





































































































