Το Cine- Δράση συνεχίζει τις προβολές του την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου στις 20.15 στο ΤΥΠΕΤ με την ταινία «Κανείς δεν ξέρει».
Πρόκειται για ένα συγκινητικό ψυχολογικό δράμα, θλιβερό αλλά και με έναν παράξενο τρόπο αισιόδοξο. Μια δημιουργία του Ιάπωνα Hirokazu Kore-eda, η οποία έκανε πρεμιέρα στο 57ο Φεστιβάλ Καννών, απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές από όλο τον κόσμο και ο πρωταγωνιστής του τιμήθηκε με τον «Αργυρό Φοίνικα» (Βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού). Εδώ, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί μια ανησυχητική κατάσταση την εγκατάλειψη 4 παιδιών από τη μητέρα τους για να εξερευνήσει τον εσωτερικό κόσμο των παιδιών, τις σκέψεις τους, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες, τις αντιλήψεις τους για την υπακοή, την ανυπακοή, τις ελπίδες και τα όνειρά τους.
Η υπόθεση
Το φιλμ βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία που συγκλόνισε την Ιαπωνία το 1988. Η πλοκή ξεκινά με μια, όχι πια πολύ νέα, γυναίκα να μετακομίζει σε ένα καινούργιο διαμέρισμα με τον 12χρονο γιο της Ακίρα. Συστήνεται στη σπιτονοικοκυρά, εξηγώντας ότι ο σύζυγός της λείπει. Κρυμμένα μέσα στις μεγάλες βαλίτσες της βρίσκονται δύο μικρά παιδιά, ενώ ένα τέταρτο, η 10χρονη Κιόκο, προστίθεται στην παρέα όταν πέφτει το σκοτάδι. Η Κέικο, η μητέρα, είναι μια φτωχή, ανώριμη και επιπόλαια νεαρή γυναίκα, πιο παιδί από τα παιδιά της, που προσπαθεί να κάνει ό,τι μπορεί. Αυτό που επιθυμεί περισσότερο, είναι να συναντήσει τον άντρα, που θα την αγαπήσει, επιθυμία που καθορίζει όλη της τη ζωή. Βγαίνει με επίδοξους μελλοντικούς συζύγους, που την κρατάνε μακριά από το σπιτικό της μέχρι αργά τη νύχτα. Εξαφανίζεται κατά διαστήματα, με κάποιον που νομίζει ότι είναι αυτός που περίμενε (όπως θεωρούσε και για τους 4 πατεράδες των παιδιών της), αφήνοντας τα μόνα τους με αυστηρές οδηγίες να μην βγουν ούτε στα παράθυρα εκτός από το μεγαλύτερο κορίτσι που μπορεί να βγαίνει μέχρι το μπαλκόνι, όπου υπάρχει ένα πλυντήριο για μπουγάδα. Τίποτε φυσιολογικό δεν συμβαίνει εδώ. Τρία από τα παιδιά δεν έχουν εγγραφεί στα επίσημα μητρώα. Δεν επιτρέπεται να πάνε σχολείο, ζουν μόνιμα στο διαμέρισμα, μια βαλίτσα μεγαλύτερη από αυτή με την οποία μεταφέρθηκαν εκεί.
Συχνά η Κέικο δίνει στον Ακίρα κάποια χρήματα και φεύγει. Επιστρέφει πολύ αργά το βράδυ χαρούμενη, σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο να αφήνει τα παιδιά μόνα τους. Του εμπιστεύεται ότι γνώρισε έναν καινούριο άντρα, που φαίνεται «ειλικρινής» και μπορεί να την παντρευτεί. «Πάλι;» ρωτάει αυτός. Είναι πολύ ήσυχος κοντά της. «Βρωμάει αλκοόλ», λέει ήσυχα στην Κιόκο. Εκείνη ξαναφεύγει, για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, μέχρι να τελειώσουν τα χρήματα που άφησε, και μετά επιστρέφει με δώρα. Μέχρι που κάποια μέρα δίνει στον Ακίρα περισσότερα χρήματα και εξαφανίζεται για πάντα. Η εγκατάλειψη από πρόθεση δεν γίνεται αντιληπτή από τα παιδιά, που συνεχίσουν να ζουν ανέμελα στην αναγκαστική αιχμαλωσία τους. Αλλά ο Ακίρα θα επωμιστεί ευθύνες δυσβάσταχτες, καθώς τα λεφτά και τα τρόφιμα τελειώνουν, το ρεύμα, το φυσικό αέριο και το νερό κόβονται Κανένας συναγερμός δεν ενεργοποιείται. Που είναι η πολιτεία, η κοινωνία; Δεν ξέρουν στο κτίριο τι συμβαίνει στο διαμέρισμα; Δύσκολο να πούμε. Η σπιτονοικοκυρά έρχεται να εισπράξει το ενοίκιο, αλλά αδιαφορεί. Ο πιθανός πατέρας της μικρότερης κόρης Γιούκι γνωρίζει ότι η μάνα λείπει, αλλά δεν επικοινωνεί να δει αν επέστρεψε. Προτιμάει να μην ξέρει. Τα τέσσερα παιδιά ζουν σε μια κοινωνία που θέλει να αγνοεί την ύπαρξη τους. Συμπαθούν το ένα το άλλο, έχουν μερικά παιχνίδια, τρώνε λίγο ή λιγότερο, ονειρεύονται. Δεν είχαν ποτέ πατέρα, τώρα δεν έχουν ούτε μάνα, αλλά έχουν το ένα το άλλο. Μια μέρα ο Ακίρα βγάζει τα παπούτσια τους από μια ντουλάπα, τα αφήνει να τα φορέσουν Τα βγάζει έξω για μια βόλτα στον ανοιχτό, ελεύθερο κόσμο. Μπορούσε να έχει επικοινωνήσει με τις αρχές, αλλά «αυτό συνέβαινε και πριν», λέει σε έναν φίλο, «και ήταν ένα πραγματικό χάος».
Η σκηνοθεσία
Σε αυτό το εγχείρημα, ο Hirokazu Kore-eda μετατρέπει τη συγκλονιστική εμπειρία σε μελαγχολική, νεορεαλιστική ωδή στην παιδική ηλικία με αρκετές λυρικές και συγκινητικές στιγμές. Το κάνει τρυφερά και μας πληγώνει με το γάντι. Αφαιρεί με ακρίβεια και επιδέξια όλους τους υψηλούς τόνους: τα ξεσπάσματα σε κλάματα, τα δραματικά κοντινά πλάνα και τον έκδηλο κοινωνικό διδακτισμό. Αφηγείται την ιστορία όχι ως εύκολη καταγγελία για παιδιά σε κίνδυνο, αλλά ως καταγραφή μακρών, μοναχικών ημερών, των παιδιών που παίζουν και βλέπουν τηλεόραση, του Akira που βγαίνει στην πόλη για να αγοράσει φαγητό και να βρει χρήματα. Δείχνει τα παιδιά γεμάτα χαρά και επιθυμία για ζωή, έτσι η αδικία σε βάρος τους παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Εκεί που κάθε λογικός άνθρωπος θα το έβαζε στα πόδια, ετούτα, μονιασμένα σαν μια γροθιά, αγωνίζονται να επιβιώσουν. Και τα καταφέρνουν. Ως ένα σημείο, βέβαια. Ο σκηνοθέτης δεν στέκεται ουδέτερος απέναντι στο πρόβλημα. Αποδίδει τις ευθύνες στο κράτος, τους γονείς. Πιστεύει ότι ζούμε σε άδικη και προβληματική κοινωνία η οποία πληγώνει τους πλέον αδύναμους. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που αντιμετωπίζει την Κέικο ως γυναίκα που προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή της. Υπογραμμίζει με τρυφερότητα ότι εκείνη δεν είναι το τέρας που οι κοινωνικές υπηρεσίες θα έπρεπε να εξολοθρεύσουν, αλλά παιδί και η ίδια παιχνιδιάρα, τρυφερή, ίσως λίγο πιο αφηρημένη και πιο ανώριμη από τα παιδιά της. Από μια ορισμένη σκοπιά, η ταινία αποτελεί ένα είδος εξιλέωσης, μια ηθική υποχρέωση για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο. Το να την παρακολουθείς είναι σαν να δίνεις ψήφο υπέρ της ζωής, της διάσωσης των παιδιών και της εξιλέωσης για την ντροπή μιας «αξιοσέβαστης» κοινωνίας που επιτρέπει να εκτυλίσσονται τέτοιες τραγωδίες.
Οι νεαροί ερμηνευτές είναι όλοι τους ερασιτέχνες ηθοποιοί. Τα γυρίσματα διήρκεσαν έναν χρόνο και πραγματοποιήθηκαν με χρονολογική σειρά χειμώνα, άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπωρο, με τη φυσική και συναισθηματική εξέλιξη των παιδιών να ξεδιπλώνεται παράλληλα με την αφηγηματική πλοκή. Όπως ακριβώς και ο χαρακτήρας που υποδύεται, ο οποίος επωμίζεται την ευθύνη για τα αδέρφια του, ο νεαρός ηθοποιός Yuya Yagira (ένας 14χρονος που ενσαρκώνει έναν 12χρονο) δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία ως Ακίρα, «σηκώνοντας» ουσιαστικά ολόκληρη την ταινία στους ώμους του. Η φυσική του άνεση μπροστά στον φακό αποτελεί πραγματικό χάρισμα. Τα μάτια του αποτυπώνουν το αυξανόμενο άγχος, την κλιμακούμενη απόγνωση και τη στωικότητα. Εξίσου εντυπωσιακή είναι και η ερμηνεία της You, προσωπικότητας της ιαπωνικής τηλεόρασης, η οποία στον πρώτο της ρόλο ενσαρκώνει τη μητέρα, καταφέρνοντας να δώσει αυτή τη βαθιά προβληματική γυναίκα, της οποίας η συγκλονιστική ανευθυνότητα θέτει σε κίνδυνο τέσσερις ζωές, κατά κάποιον τρόπο συναρπαστική.
Εδώ το trailer: https://www.youtube.com/watch?v=o8COIEaleR8
INFO
Ιαπωνία, Δραματική, 2005. Διάρκεια: 140’. Σενάριο-Σκηνοθεσία: Hirokazu Kore-eda. Πρωταγωνιστούν: Hanae Kan, You, Ayu Kitaura, Momoko Shimizu, Yuki Yuya Yagira, Hiei Kimura






































































































