Και γενετικοί παράγοντες επηρεάζουν την οδήγηση, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, που για πρώτη φορά διαπιστώνει ότι υπάρχουν.
Σύμφωνα με τη μελέτη, όσοι διαθέτουν το συγκεκριμένο γονίδιο, αποδίδουν, κατά μέσο όρο, τουλάχιστον 20% χειρότερα στα τεστ οδήγησης σε σχέση με όσους δεν το έχουν. Το ανησυχητικό είναι ότι εκτιμάται πως, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους (30%) έχει αυτή την παραλλαγή του γονιδίου.
Το πείραμα
Η έρευνα έγινε από ερευνητές υπό τον καθηγητή νευρολογίας Στίβεν Κράμερ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, Ιρβάιν, και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cerebral Cortex (Εγκεφαλικός Φλοιός), σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ. Η μελέτη χρησιμοποίησε ηλεκτρονικό προσομοιωτή οδήγησης, στον οποίο οι εθελοντές κλήθηκαν να οδηγήσουν ένα εικονικό όχημα σε ένα δρόμο με δύσκολες στροφές. Όσοι είχαν το γονίδιο, δυσκολεύονταν αρκετά περισσότερο να μείνουν στο δρόμο και να μην ξεφύγουν από αυτόν.
«Όσοι έχουν το γονίδιο, κάνουν περισσότερα λάθη ήδη από το ξεκίνημα της οδήγησης και ξεχνούν τα περισσότερα από αυτά που έμαθαν, με το πέρασμα του χρόνου», δήλωσε ο Κράμερ, τα πειράματα του οποίου περιλάμβαναν 29 άτομα, επτά άτομα με το γονίδιο και 22 χωρίς αυτό. Το γονίδιο ελέγχει μια πρωτεΐνη (BDNF), η οποία επηρεάζει τη μνήμη.
Αν και δεν υπάρχει κάποιο τεστ για να ξέρει κάποιος άμεσα αν έχει το γονίδιο στο DNA του, ίσως υπάρχει τελικά ένα πείραμα που γίνεται συνεχώς γύρω μας. «Είμαι περίεργος να ελέγξω τη γενετική δομή των ανθρώπων που εμπλέκονται σε αυτοκινητιστικά ατυχήματα. Αναρωτιέμαι αν το ποσοστό ατυχημάτων είναι υψηλότερο στους οδηγούς με το συγκεκριμένο γονίδιο», πρόσθεσε ο υπεύθυνος της έρευνας.
Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω του μικρού αριθμού των συμμετεχόντων στην έρευνα, τα αποτελέσματά της θα πρέπει να επιβεβαιωθούν από μεταγενέστερες ευρύτερες μελέτες.





































































































