Γράφει ο Φώτης Αλεξόπουλος
Οικονοµολόγος
Μέλος του ΙΝΚΑ/Γενική Οµοσπονδία Καταναλωτών Ελλάδος
Η ελληνική εκπαίδευση βρίσκεται µπροστά σε µια ιστορική πρόκληση, ίσως τη µεγαλύτερη µετά την είσοδο των ηλεκτρονικών υπολογιστών στα σχολεία.
Η Τεχνητή Νοηµοσύνη έχει ήδη εισβάλει στις σχολικές αίθουσες και στην καθηµερινότητα των µαθητών. Από την Α’ Γυµνασίου µέχρι και τη Γ’ Λυκείου, χιλιάδες νέοι χρησιµοποιούν καθηµερινά εργαλεία AI για να αναζητούν πληροφορίες, να επιλύουν ασκήσεις, να οργανώνουν τη µελέτη τους και να κατανοούν σύνθετες έννοιες.
Κάποιοι αντιµετωπίζουν αυτή την εξέλιξη ως απειλή. Η πραγµατικότητα όµως είναι διαφορετική: η Τεχνητή Νοηµοσύνη δεν αποτελεί παρένθεση της ιστορίας, αλλά τη νέα πραγµατικότητα της εκπαίδευσης, της οικονοµίας και της κοινωνίας.
Το πραγµατικό πρόβληµα δεν είναι η ύπαρξη της Τεχνητής Νοηµοσύνης. Το πρόβληµα είναι ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστηµα συνεχίζει να λειτουργεί σαν να µην υπάρχει.
Πώς είναι δυνατόν ένας µαθητής να εκπαιδεύεται επί έξι συνεχόµενα χρόνια σε ένα περιβάλλον όπου η χρήση ψηφιακών εργαλείων θεωρείται φυσιολογική και πολλές φορές απαραίτητη και ξαφνικά, σε µία και µόνο ηµέρα, να καλείται να αποδείξει την αξία του αποµονωµένος σε µια αίθουσα, χωρίς κανένα εργαλείο, µε µοναδικό κριτήριο την αναπαραγωγή γνώσεων µέσα σε λίγες ώρες;
Το ερώτηµα δεν είναι αν οι µαθητές µπορούν να ανταποκριθούν στις Πανελλαδικές εξετάσεις. Το ερώτηµα είναι αν οι Πανελλαδικές εξετάσεις µπορούν πλέον να ανταποκριθούν στους µαθητές του 21ου αιώνα.
Το σηµερινό µοντέλο αξιολόγησης σχεδιάστηκε για µια εποχή όπου η πληροφορία ήταν σπάνια και η αποστήθιση αποτελούσε συγκριτικό πλεονέκτηµα. Σήµερα, η πληροφορία βρίσκεται παντού και είναι διαθέσιµη µέσα σε δευτερόλεπτα. Αυτό που αποκτά αξία δεν είναι η αποµνηµόνευση αλλά η κρίση, η ανάλυση, η σύνθεση και η δηµιουργική αξιοποίηση της γνώσης.
Η αγορά εργασίας δεν ζητά πλέον ανθρώπους που αποστηθίζουν δεδοµένα. Ζητά ανθρώπους που µπορούν να αξιολογούν πληροφορίες, να λύνουν προβλήµατα, να συνεργάζονται µε την τεχνολογία και να λαµβάνουν αποφάσεις σε ένα διαρκώς µεταβαλλόµενο περιβάλλον.
Κι όµως, η ελληνική πολιτεία εξακολουθεί να επιλέγει τους αυριανούς επιστήµονες, µηχανικούς, οικονοµολόγους και γιατρούς µε εξετάσεις που σχεδιάστηκαν για τις ανάγκες µιας άλλης εποχής.
Αν δεν υπάρξουν άµεσες αλλαγές, το χάσµα ανάµεσα στο σχολείο και στην πραγµατική ζωή θα µεγαλώνει συνεχώς. Τα παιδιά θα εκπαιδεύονται για έναν κόσµο ψηφιακό και διασυνδεδεµένο, ενώ θα αξιολογούνται µε εργαλεία του περασµένου αιώνα.
Η συζήτηση εποµένως δεν µπορεί να περιορίζεται στο πώς θα περιοριστεί η χρήση της Τεχνητής Νοηµοσύνης από τους µαθητές. Η πραγµατική πολιτική συζήτηση αφορά το πώς θα επανασχεδιαστεί ολόκληρο το σύστηµα αξιολόγησης και εισαγωγής στην ανώτατη εκπαίδευση.
Η συνεχής αξιολόγηση, οι ερευνητικές εργασίες, τα προσωπικά portfolios, οι εξετάσεις επίλυσης πραγµατικών προβληµάτων και η αξιολόγηση της κριτικής σκέψης αποτελούν πλέον αναγκαιότητα και όχι επιλογή.
Η Ελλάδα δεν µπορεί να εκπαιδεύει µαθητές του 2035 και να τους εξετάζει µε κριτήρια του 1985.
Η Τεχνητή Νοηµοσύνη δεν είναι η αρρώστια της εκπαίδευσης, όπως συχνά ακούγεται. Είναι ο καθρέφτης που αποκαλύπτει τις αδυναµίες ενός εκπαιδευτικού συστήµατος που αρνείται να εξελιχθεί.
Και όσο η πολιτεία καθυστερεί να ανοίξει αυτή τη συζήτηση, τόσο πιο πιθανό είναι να βρεθούµε µπροστά σε µια γενιά µαθητών που θα γνωρίζει να λειτουργεί στον κόσµο του αύριο, αλλά θα κρίνεται µε τους κανόνες του χθες.
Το ερώτηµα πλέον δεν είναι αν πρέπει να αλλάξουν οι Πανελλαδικές εξετάσεις.
Το ερώτηµα είναι αν το πολιτικό σύστηµα έχει το θάρρος να παραδεχθεί ότι οι Πανελλαδικές, όπως τις γνωρίζουµε σήµερα, ανήκουν ήδη στο παρελθόν.










































































































