Γράφει ο
Ελευθέριος Ανδρώνης
Οι ανίατες ασθένειες είναι ένας κλίβανος που ή θα µετατρέψει τον πόνο σου σε ουράνιο χρυσάφι ή θα σε κάψει µε το πικρό πυρ της απιστίας και του γογγυσµού. Μια πολύ ευαίσθητη χορδή στην συγκίνηση των πιστών Ελλήνων, άγγιξε ο απροσδόκητος θάνατος του Γεράσιµου Μιχελή, του «κακού» από τη δηµοφιλή σειρά «Παρά Πέντε» που µόλις σε ηλικία 60 ετών έφυγε από τη ζωή από την ανίατη νόσο του κινητικού νευρώνα (ΑLS).
Μια αδυσώπητη νευροεκφυλιστική πάθηση που έχει προσδόκιµο ζωής 5 έτη από τη στιγµή που θα διαγνωστεί, η οποία µήνα µε το µήνα κατεβάζει τους «διακόπτες» των µυών, οδηγεί τον ασθενή σε κλιµακούµενα στάδια παράλυσης, παύει τη λειτουργία των κινητικών νευρώνων και τελικά παίρνει τη ζωή του ανθρώπου που αδυνατεί να καταπιεί και να αναπνεύσει. Ένα πραγµατικά ασφυκτικό µαρτύριο.
Κι όµως ο Γεράσιµος ήταν ένα κρυφό διαµάντι που πάλευε σιωπηλά και αθέατα έχοντας παραδοθεί στο θέληµα του Θεού. Χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς, παρά µόνο οι κοντινοί του άνθρωποι. Οι λεπτοµέρειες που βγήκαν για τη ζωή του, την πίστη του, την λεπτή του φύση, µας έκαναν να συλλογιστούµε για µια ακόµη φορά πόσο ελάχιστα βλέπουµε τις ηρωικές ψυχούλες που µας περιβάλλουν και πόση µυστική οµορφιά ατενίζει ο Θεός όταν κοιτάζει προς τα κάτω.
Ο Γεράσιµος φαίνεται ότι ήταν µια ψυχή ποιητική, καλλιτεχνική, δοξολογική, καρτερική. Αποσυρµένος πια από τα φώτα της τηλεόρασης, αφοσιώθηκε στο θέατρο και έγραφε ποιητικές συλλογές. Πίστευε πολύ στον Θεό. Εκκλησιαζόταν τακτικά. Αγαπούσε την ενορία του. Ο πνευµατικός του, αποκάλυψε ότι «πίστευε ότι η αρρώστια του ήταν µια δοκιµασία από τον Θεό για να Τον δοξάζει».
Σε µια από τις τελευταίες του αναρτήσεις στο Facebook τον Μάρτιο του 2025 όταν η ασθένειά του ήταν ήδη πολύ προχωρηµένη, έγραφε προς την αγαπηµένη µητέρα του που την είχε συντροφιά:
«Ώρα κοινής ησυχίας.
Ώρα ανάπαυσης.
Όλα παραδοµένα στη σιωπή των ηµερών,
προσδοκώντας µια νέα Άνοιξη.
Ο Ευτύχης (σ.σ. ο γάτος του), στη γωνιά του, ροχαλίζει ανενόχλητος.
Μάνα και γιος, αντικρυστά,
ανταλλάσσουν λόγια αγάπης µε χαµόγελο.
Το άρωµα των ζουµπουλιών σπάει την
µύτη σου.
Καλό αγώνα αγάπη µου.
Καλή Ανάσταση να έχουµε µάνα.
Ο Θεός να µας συγχωρέσει για τα
σφάλµατά µας.
Λίγο νεράκι να ρίξω στα ζουµπούλια.
Μας έφεραν την Άνοιξη.
Δες οµορφιά!»
Σε άλλη στιγµή µιας ποιητικότατης
προσευχής προς τη Θεοτόκο, έγραφε:
«Παναγία µου!
Έλα!
Σπλαχνική µητέρα, έλα και δώσε µας το φως!
Διώξε µου τη λύπη, στέγνωσε τα δάκρυα µου.
Στα χέρια σου κρατάς όλων µας τις ελπίδες.
Κερί αναµµένο η ευχή µου
Μη το αφήσεις εύκολα να σβήσει!»
Και κάπου αλλού αναρωτιόταν πόση αξόδευτη αγάπη του έχει µείνει για τον συνάνθρωπο:
«Μες στο φθαρµένο σώµα µου
Αναρωτιέµαι
Πόση αγάπη έχω ακόµη να προσφέρω;
Αντίδωρο ταπεινό, στη σιωπή του κόσµου που µε κυκλώνει;»
Πραγµατικά για κοιτάξτε τι πολύτιµα πετράδια βγαίνουν στην επιφάνεια τούτης της ερήµου! Ένας ηθοποιός που λόγω δηµοσιότητας κολυµπούσε µέσα στους πειρασµούς, τελικά τάχτηκε εκούσια στους νοσούντες ασκητές του κόσµου. Και αν ο ναός του Θεού που λέγεται ανθρώπινο σώµα ήταν ένα τσακισµένο εκκλησάκι για τον Γεράσιµο, από εκεί βγήκαν υµνολογίες ζωής που δεν ακούγονται ούτε στους πιο περικαλλείς «ναούς»! Αθέατος εντελώς από τη φασαρία της επικαιρότητας, έγινε ζωντανό θυµίαµα που σιγόκαιγε ταπεινά απ’ το κρεβάτι του πόνου.
Για να καταλήξει τελικά στις τάξεις των µαρτύρων που µπαίνουν στο ολόσπαρτο περιβόλι του Ουρανού από τις ανίατες ασθένειες. Τι άλλο µένει όταν τσακίζεται ο άνθρωπος από τη φυλλοξέρα της αρρώστιας, παρά οι απέριττες οµορφιές της ζωής; Στις φιλότιµες ψυχές µένουν µόνο οι ακατέργαστες ευλογίες του Θεού που ξεγλιστρούν συνεχώς από τα χέρια µας όσο έχουµε τη σιγουριά της ρώµης. Το καταλάγιασµα της ψυχής, η αγάπη της µάνας, ένα ζεστό χαµόγελο και ένα νοιάξιµο, η ευωδιά ενός ζουµπουλιού, το αλλεπάλληλο θαύµα µιας Άνοιξης, το απάγκιο της ενορίας, η αγάπη που έπαψε να µένει αργή και βιάζεται να πληµµυρήσει την πλάση, και µια «καλή Ανάσταση» που σε λικνίζει στην αγκαλιά της αθανασίας.
Θησαυρίσµατα που δραπετεύουν της προσοχής µας όσο καταχρόµαστε την υγεία µας, όσο ποντάρουµε σαν κακοµαθηµένα νιάνιαρα σε µια ανεξάντλητη ανοχή του Θεού, όσο οι κόµποι στο κοµποσκοίνι µας αφορούν νοσήµατα άλλων, όσο λιβανίζουµε τα πάθη µας µε τον πηχτό και µαύρο καπνό της λησµονιάς του θανάτου.
Σε έναν κήπο µε διάσπαρτα πνευµατικά άνθη που µοσχοβολούν µυστικά, µερικές φορές αντιλαµβάνεσαι την οµορφιά µιας ψυχής όταν αυτή δεν είναι πια εκεί. Όταν δεις το κενό στον κήπο που δεν είχες αντιληφθεί ότι γέµιζε µε τη χάρη του. Όταν πετάξει για τον Παράδεισο, πριν προλάβεις να αντιληφθείς ότι ο κόσµος µας κρύβει πολύ περισσότερη καλοσύνη απ’ όση δείχνει. Πόσοι γνώριζαν ότι ο συγκεκριµένος ηθοποιός βιώνει τέτοια σταυροαναστάσιµη πορεία; Ελάχιστοι. Ούτε εγώ προσωπικά το γνώριζα. Μας περνούν απαρατήρητες οι περισσότερες δοκιµασίες. ∆εν τις βλέπουµε, δεν τις ακούµε, γιατί παύουµε να τις ψάχνουµε. Επικεντρωνόµαστε στις δικές µας αστείες γρατζουνιές και τρέχουν ποτάµι τα τραύµατα άλλων. Χανόµαστε στο λαβύρινθο της πληροφορίας. Από την πολλές άµεσες επαφές, τελικά χάσαµε την επαφή της αµεσότητας.
Και αν εµείς εδώ γράφουµε ατελείωτες παραγράφους µε λόγια που στερούνται από έργα και νοµίζουµε ότι κάνουµε κάτι – ενώ δεν κάνουµε τίποτα, ένας Γεράσιµος έρχεται να µας εκθέσει ευεργετικά όσο εµείς λουφάζουµε στην ασφάλεια της πρόσκαιρης ανοσίας µας. Μιας ανοσίας που πολλές φορές κινδυνεύει να καταντήσει ανοσιότητα. Ο Γεράσιµος έλαβε στέφανο ατίµητο, όσο εµείς στεφανωνόµαστε τις θεωρίες µας. Έγινε εφαρµοσµένο Ευαγγέλιο, µετουσίωσε τον πόνο του σε οδό Σωτηρίας και µε ένα µπαστουνάκι στα επίγεια πήγε τροχάδην στα επουράνια. Εµείς τι κάνουµε;