Γράφει ο Κώστας Γιαννόπουλος
– Επίθεση με μαχαιριά στον λαιμό σε ένα κορίτσι 17 ετών
– Αλλεπάλληλες μαχαιριές σε άντρα 49 ετών που περπατά με τον σκύλο του
– 29 πλήγματα με κατσαβίδι σε γυναίκα 29 ετών που επιστρέφει σπίτι από τη δουλειά
– 5 μαχαιριές σε 18χρονο που πεθαίνει δεμένος με χειροπέδες
– Πάνω από 200 μαχαιριές σε τρία κοριτσάκια 6, 7 και 9 ετών
– 13 μαχαιριές σε αγόρι 15 ετών που περιλούζεται με βενζίνη και καίγεται ζωντανό
– Απόπειρα σφαγής άνδρα 44 ετών που χάνει και το μάτι του
– Σφαγιάζεται κυριολεκτικά κοπέλα 23 ετών μέσα σε βαγόνι σιδηροδρόμου
– Σφαγιάζεται από τον σύντροφό της κοπέλα 23 ετών επειδή του ζήτησε να χωρίσουν
– Αφήνεται να πεθάνει από τα τραύματα που προκάλεσε ο βιασμός της γυναίκα 92 ετών
– Ομαδικός βιασμός 17χρονης από συμμορία λαθρομεταναστών
Πρόκειται για περιστατικά τελευταίας «εσοδείας» που αναστάτωσαν την κοινή γνώμη του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και των ΗΠΑ και που δεν θα τα είχαμε μάθει από τα συστημικά ΜΜΕ αν δεν κυκλοφορούσαν στα κοινωνικά δίκτυα. Το κοινό χαρακτηριστικό τους είναι οι δράστες: όλοι μετανάστες από χώρες της Αφρικής και της Ασίας. Οι Αρχές, κυβέρνηση και Αστυνομία αλλά κυρίως η Δικαιοσύνη, δεν σέβονται το κοινό περί δικαίου αίσθημα ή το καταπατούν προκλητικά. Το χέρι του νόμου πέφτει βαρύ σε όποιον διαμαρτύρεται αλλά θωπεύει στοργικά όποιον δολοφονεί ή βιάζει. Τα διπλά κριτήρια στην απονομή δικαιοσύνης εξηγούν την οργή που ξέσπασε βίαια κατά των μεταναστών (μουσουλμάνων ή μαύρων) οι οποίοι πρωταγωνιστούν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα σε επιθέσεις εναντίον αθώων λευκών. Τα περιστατικά έχουν συνηθιστεί τόσο πολύ ώστε δεν αποτελούν πλέον είδηση.
Τα ΜΜΕ άλλωστε μετέχουν πρόθυμα στην επιχείρηση μετατροπής της ζούγκλας σε καθημερινότητα. Άλλοτε συγκαλύπτουν κι άλλοτε διαστρεβλώνουν τα συμβάντα. Τα βρετανικά μέσα απέκρυψαν τις σφαγές των τριών μικρών κοριτσιών. Τα ιρλανδικά «ενημέρωναν» το κοινό ότι ένα σοβαρά τραυματισμένο κοριτσάκι, θύμα επίθεσης, «πήγαινε καλύτερα» – έως ότου στη δίκη αποκαλύφθηκε ότι έχει καθηλωθεί σε αμαξίδιο, δεν μπορεί να μιλήσει λόγω εγκεφαλικής βλάβης και τρέφεται με σωληνάκι. Τίποτα δεν θα είχε γίνει γνωστό χωρίς τα κοινωνικά δίκτυα και τις πλατφόρμες- ειδικά το Χ.
Με την ίδια σκανδαλώδη επιείκεια αντιμετωπίζονται οι βιασμοί. Η συχνότητά τους έχει εξισώσει το έγκλημα με το πταίσμα· η αντιμετώπιση εξαρτάται από την εθνικότητα του δράστη. Οι δικαστές εξαντλούν κάθε περιθώριο ανοχής στους φιλοξενούμενους αδιαφορώντας προκλητικά για την ηθική ικανοποίηση του θύματος. Συνήθως κάνουν δεκτό τον ισχυρισμό του δράστη ότι δεν γνώριζε πως απαγορευόταν ο βιασμός που δεν απαγορεύεται από τη θρησκεία του. Σε άλλες περιπτώσεις αναγνωρίζουν το ελαφρυντικό ψυχολογικών προβλημάτων, ακόμη και σε κατ’ εξακολούθηση παραβάτες. Όσο για τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις έχουν βρει την εύκολη λύση: αποδίδουν όλες τις ευθύνες στην ακροδεξιά και στον Ήλον Μασκ που «διχάζει τον λαό». Κι αυτό επειδή θεωρούν έγκλημα καθοσιώσεως τον ρατσισμό- όπως κι αν τον εννοεί καθένας.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη Δυτική Ευρώπη του Διαφωτισμού, του Κοινοβουλευτισμού, της Ισονομίας και της Ελευθερίας του Λόγου. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Όλοι πίστευαν ότι ο Ελεύθερος Κόσμος νίκησε με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Με την πείρα που αποκτήθηκε έκτοτε όμως φαίνεται ότι αυτό που έπεσε ήταν ένας μηχανισμός: μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και μια στρατιωτική αυτοκρατορία.
Επέζησε όμως η κυρίαρχη ιδέα ότι ο κόσμος συνεχίζει να διχάζεται σε καταπιεστές και καταπιεζόμενους. Η κλασσική κομμουνιστική ιδεολογία χρεοκόπησε και, όπως κάνουν οι απειλούμενοι οργανισμοί, μεταλλάχθηκε.
Το 1934 η Σχολή της Φρανκφούρτης, διωγμένη από τη Γερμανία, εγκαθίσταται στο Κολούμπια. Το 1964 ο Μαρκούζε, συνεπικουρούμενος από τους Αντόρνο, Χορκχάιμερ και Φρομ, αντικαθιστά τον οικονομικό μαρξισμό με πολιτισμικό πόλεμο. Δεν είχε πια νόημα να μιλούν για φάμπρικες και προλεταριάτο και εφηύραν ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο: μειονότητες, φοιτητές, περιθωριακοί. Σ’ αυτούς επέδειξε αμέσως απεριόριστη ανοχή η διεθνής Αριστερά. Το 1966 εκδηλώνεται η «απόβαση» της γαλλικής διανόησης στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Στο Πανεπιστήμιο Τζονς Χόπκινς παρουσιάζουν τη γαλλική «Κριτική Θεωρία» ο Ντεριντά, ο Μπαρτ και ο Λακάν. Τα πανεπιστημιακά κάμπους απορροφούν την ιδεολογία όπως το στεγνό χώμα την πρώτη βροχή. Τη δεκαετία 1975-85 τη Θεωρία την αποδέχονται και το Γέιλ με το Μπέρκλεϋ. Την εφαρμόζουν μάλιστα στο πρόγραμμα διδασκαλίας των ανθρωπιστικών σπουδών. Δεν υπάρχει πιο κατάλληλη χρονική συγκυρία: κάποιοι ακαδημαϊκοί γκρίνιαζαν ότι είχαν παραμεληθεί οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές σπουδές ως θυσία στον βωμό των αναγκών της αγοράς. Το πακέτο των αλλαγών πήρε το όνομα woke και συνοδεύτηκε από ευρηματικούς νεολογισμούς που μασκάρεψαν τους παραλογισμούς: συμπερίληψη, πολυπολιτισμικότητα, δυσφορία φύλου, δικαιωματισμός, πολιτισμική ισότητα, ρητορική μίσους κ.ά.
Μπορεί οι ρίζες της woke κουλτούρας να βρίσκονται στη Γαλλία, αλλά το μεταμοντέρνο έδωσε τους πικρούς καρπούς στις ΗΠΑ. Η Γαλλία έδωσε στον κόσμο τον Καρτέσιο, τον Πασκάλ και τον Τοκβίλ. Αλλά μετά, στα πνευματικά ερείπια που άφησε ο Μάης του’68, έδωσε τον Φουκώ, τον Ντεριντά και τον Ντελέζ. Τρεις γνωστοί στοχαστές πήγαν την αρχική ιδέα στα άκρα: κατασκεύασαν, με την κομψότητα της γαλλικής γλώσσας, το ιδεολογικό όπλο που διαλύει τη Δύση. Ο Φουκώ δίδαξε ότι η αλήθεια δεν υπάρχει, υπάρχουν μόνο σχέσεις εξουσίας μεταμφιεσμένες σε γνώση. Ο Ντεριντά δίδαξε ότι τα κείμενα δεν έχουν σταθερό νόημα κι ότι κάθε ανάγνωση είναι προδοσία. Ο Ντελέζ δίδαξε ότι πρέπει να προτιμάμε τη ρίζα από το δέντρο, τον νομάδα από τον μόνιμο κάτοικο, την επιθυμία από τον νόμο, τη διαφορά από την ταυτότητα.
Όλα αυτά μεμονωμένα είναι αμφισβητήσιμα. Συνδυασμένα και εξαγόμενα όμως σχηματίζουν ένα σύστημα που αποδεικνύεται διαλυτικό. Οι φρέσκιες ιδέες βρήκαν στις ΗΠΑ το πρόσφορο έδαφος που δεν υπήρχε στην Ευρώπη: τον αμερικανικό πουριτανισμό, τη φυλετική του ενοχή, την εμμονή του με την ταυτότητα. Οι ιέρειες του woke κινήματος Τζούντιθ Μπάτλερ και Κίμπερλυ Κρένσωου συνοψίζουν τα αναπόδεικτα κοινωνικά αξιώματα: δεν υπάρχει αλήθεια, υπάρχει μόνο εξουσία. Κάθε ιεραρχία είναι ύποπτη, κάθε ίδρυμα καταπιεστικό, κάθε κανονικότητα βία, κάθε ταυτότητα κατασκευασμένη κι επομένως διαπραγματεύσιμη. Κάθε πλειοψηφία είναι ένοχη. Είχε προηγηθεί το 1967 η Σούζαν Σόνταγκ που έγραψε ότι η λευκή φυλή είναι «το καρκίνωμα της ανθρώπινης Ιστορίας».
Ήταν μια τεράστια συμβολή στη δημιουργία του πολιτισμού της ενοχής. Ακριβώς εκεί που προχωρούσε η εξαφάνιση του λευκού ρατσισμού, το αποτέλεσμα ήταν να του αλλάξει το χρώμα. Ποιος τολμά σήμερα να καταγγείλει τον μαύρο ρατσισμό έστω και χωρίς μεγαλειώδεις διαδηλώσεις; Γιατί δεν διαδόθηκε το σλόγκαν «White Lives Matter» (Οι ζωές των λευκών μετρούν); Ποιοι θα καταδικάσουν τις βάρβαρες δολοφονίες και τους ζωώδεις βιασμούς κλίνοντας τελετουργικά το γόνυ όπως έκαναν εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι για τον Τζωρτζ Φλόιντ; Σε όποιον ρισκάρει να μιλήσει θα κρεμάσουν την πινακίδα του ρατσιστή, αν δεν τον διώξουν ποινικά για ρητορική μίσους.
Ιδού το σύστημα που διατίθεται προς εκμετάλλευση σε μια ολόκληρη γενιά ακτιβιστών, γραφειοκρατών, πανεπιστημιακών, δημοσιογράφων και νομοθετών. Οι νέοι απόστολοι δούλεψαν συστηματικά. Δίδαξαν την κατάργηση παραδοσιακών θεσμών όπως οικογένεια, θρησκεία, έθνος: τους υπονόμευσαν εκ των έσω με σταδιακή διείσδυση και κατάληψη. Επέβαλαν την ανιστόρητη ισότητα όλων των πολιτισμών: οι ποσοστώσεις ταυτότητας (γυναίκες, αλλοδαποί) και η μαύρη Ωραία Ελένη είναι δικό τους επίτευγμα. Πέτυχαν επίσης την αστυνόμευση της γλώσσας και τη χρήση νέων κωδίκων ομιλίας: νεκραναστήθηκε η νεόγλωσσα του Όργουελ όπου οι λέξεις αποκτούν άλλο νόημα.
Ιδού πώς προέκυψε ένας πολιτισμός που δεν τολμά πια να πει ότι μια γυναίκα είναι γυναίκα, ότι η αλήθεια υπερτερεί της γνώμης κι ότι το καθήκον προηγείται του δικαιώματος. Ιδού γιατί οι ευρωπαϊκές ελίτ κανακεύουν το ριζοσπαστικό Ισλάμ που, αν επικρατήσει, θα τις καταργήσει. Η αυτάρεσκη πλάνη τους περί πολυπολιτισμικότητας και συμπερίληψης θα γκρεμιστεί σε ερείπια. Ιδού επίσης γιατί η Διεθνής Αριστερά εγκρίνει δια της σιωπής την καταπίεση γυναικών, την εξόντωση ομοφυλόφιλων, την αιμομιξία και την παιδοφιλία που επιτρέπονται από τη «θρησκεία της αγάπης».
Ο δυτικός πολιτισμός στεκόταν σε τρεις πυλώνες: ότι υπάρχει η αλήθεια, ότι το «καλό» διαφέρει από το «κακό», ότι υπάρχει κληρονομιά άξια να μεταδοθεί. Η Γαλλική Θεωρία ανέλαβε να ανατινάξει και τους τρεις.
Έτσι μια ολόκληρη γενιά έμαθε να αποδομεί χωρίς να μάθει να χτίζει. Ξέρει να υποπτεύεται αλλά δεν ξέρει να θαυμάζει. Βλέπει την εξουσία παντού και την ομορφιά πουθενά. Η γλώσσα, τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, οι εκδότες, το κύρος «προοδευτικών» φιλοσόφων έδωσαν στον μηδενισμό την κομψή του συσκευασία. Αν υπάρχει απάντηση στην πλημμυρίδα ανωμαλιών που λατρεύονται ως κανονικότητες αυτή βρίσκεται σε ό,τι χτίζεται τώρα: στη Silicon Valley, στα εργαστήρια της ΑΙ, στις startups επιχειρήσεις, στις βιοϊατρικές έρευνες και γενικά σε όλα τα μέρη όπου άνθρωποι δημιουργούν αντί να αποδομούν.









































































































