Γράφει ο δρ. Αλέξιος Παναγόπουλος
Καθηγητής και Ακαδηµαϊκός Ξένων Ακαδηµιών των Επιστηµών
H µαζική και παρατεταµένη µεταναστευτική πίεση που υφίσταται η Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες δεν συνιστά αποκλειστικά ανθρωπιστικό ή κοινωνικό φαινόµενο. Αντιθέτως, αποτελεί σύνθετο ζήτηµα διεθνών σχέσεων, µε άµεσες επιπτώσεις στη λειτουργία του κράτους δικαίου, στη δηµοσιονοµική βιωσιµότητα και, κυρίως, στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας.
Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, η µετακίνηση πληθυσµών έχει αναχθεί σε εργαλείο πολιτικής πίεσης και στρατηγικής αποσταθεροποίησης. Η σχετική θεωρητική προσέγγιση έχει αναλυθεί διεξοδικά από την πολιτική επιστήµονα Kelly M. Greenhill στο έργο της Weapons of Mass Migration (2011), όπου τεκµηριώνεται ότι οι µαζικές µεταναστευτικές ροές µπορούν να λειτουργήσουν ως µη συµβατικά µέσα άσκησης ισχύος, ικανά να επηρεάσουν αποφάσεις κρατών, να αλλοιώσουν κοινωνικές ισορροπίες και να επιβαρύνουν δυσανάλογα τα δηµόσια οικονοµικά.
Η Ελλάδα, λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει καταστεί πεδίο εφαρµογής αυτής της µορφής υβριδικής πίεσης.
Η συνεχής είσοδος µεγάλων πληθυσµιακών οµάδων, χωρίς αποτελεσµατικό έλεγχο και χωρίς τη δυνατότητα της ταχείας επιστροφής, έχει οδηγήσει σε διαρκή κατάσταση θεσµικής εξαίρεσης, εντός της οποίας το κράτος δικαίου λειτουργεί υπό καθεστώς πίεσης και αναστολής.
Το κράτος δικαίου, ωστόσο, δεν είναι αφηρηµένη νοµική κατασκευή αποκοµµένη από την ιστορική και εθνική του βάση. Στη δυτική πολιτική σκέψη, και ιδίως στην ελληνική συνταγµατική παράδοση, το κράτος δικαίου προϋποθέτει την ύπαρξη κυρίαρχου κράτους, ικανού να ελέγχει την επικράτειά του, να εφαρµόζει το δίκαιο ισοµερώς και να προστατεύει το συλλογικό συµφέρον του πολιτικού σώµατος.
Όταν η εθνική κυριαρχία αποδυναµώνεται, το κράτος δικαίου µετατρέπεται σε τυπικό σχήµα χωρίς ουσιαστικό περιεχόµενο.
Η δηµοσιονοµική διάσταση του φαινοµένου είναι εξίσου κρίσιµη. Η µαζική µετανάστευση επιφέρει σηµαντικό και διαρκές οικονοµικό κόστος στους κρατικούς προϋπολογισµούς: δαπάνες σίτισης, στέγασης, υγειονοµικής περίθαλψης, ασφάλειας, διοικητικής διαχείρισης και κοινωνικών παροχών.
Το οικονοµικό κόστος αυτό µετακυλίεται στους φορολογούµενους Έλληνες πολίτες, χωρίς να έχει προηγηθεί η συνταγµατική και δηµοκρατική συναίνεση ή κοινοβουλευτική εντολή για τέτοιας έκτασης ανακατανοµή δηµόσιων πόρων.
Επιπλέον, η παρατεταµένη δηµοσιονοµική επιβάρυνση υπονοµεύει τη δυνατότητα άσκησης κοινωνικής πολιτικής υπέρ των αυτοχθόνων Ελλήνων πολιτών, διαρρηγνύοντας τη σχέση εµπιστοσύνης µεταξύ κράτους και κοινωνίας.
Το αποτέλεσµα είναι η απονοµιµοποίηση θεσµών και η ενίσχυση κοινωνικών εντάσεων, εξέλιξη που αντιβαίνει στην ίδια τη λογική του κράτους δικαίου.
Στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, η αποστολή ή ανοχή µαζικών µεταναστευτικών ροών από τρίτα κράτη µπορεί να εκληφθεί ως µορφή έµµεσης άσκησης πίεσης ή και εχθρικής ενέργειας, ιδίως όταν συνδυάζεται µε ρητορική αµφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωµάτων ή µε πρακτικές δηµιουργίας τετελεσµένων.
Η θεωρία της αποτροπής δεν περιορίζεται σε στρατιωτικές απειλές, αλλά περιλαµβάνει και τη δυνατότητα του κράτους να ελέγχει ποιος εισέρχεται στην επικράτειά του και υπό ποιες προϋποθέσεις, όπως ωραία είχε πει και ο Ιταλός Σαλβίνι και η πρωθυπουργός Μελόνη.
Η ελληνική ιστορική εµπειρία καταδεικνύει ότι τα σύνορα δεν αποτελούν απλώς διοικητικές γραµµές, αλλά συµπύκνωση ιστορικών αγώνων, θυσιών και συλλογικής µνήµης των τιµίων προγόνων µας, διότι δεν είµαστε ως πλειοψηφία απόγονοι νενέκων ούτε δοσιλόγων.
Η διαφύλαξή τους συνδέεται άρρηκτα µε τη διαχρονική συνέχεια του ελληνικού έθνους και µε την ίδια την έννοια της πολιτικής ελευθερίας.
Η επίκληση της πολιτικής ορθότητας δεν µπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την αποφυγή ορθολογικών και νόµιµων πολιτικών αποφάσεων. Η προστασία των συνόρων, η τήρηση της νοµιµότητας στην είσοδο και παραµονή αλλοδαπών και η εφαρµογή διαδικασιών επιστροφής, όσων δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της διεθνούς προστασίας, συναποτελούν θεµελιώδεις υποχρεώσεις κάθε κυρίαρχου κράτους και προϋποθέσεις για τη βιωσιµότητα του κράτους δικαίου. Οι πολιτικές που πολεµούν τον Νατιβισµό των Ελλήνων είναι ξένες και αίολες.
Συµπερασµατικά, η αντιµετώπιση της εργαλειοποιηµένης µαζικής µετανάστευσης δεν αντιστρατεύεται το κράτος δικαίου, αλλά το προϋποθέτει. Ένα κράτος δικαίου χωρίς σύνορα, χωρίς δηµοσιονοµικό έλεγχο και χωρίς εθνική αυτοσυνείδηση µετατρέπεται σε διαχειριστικό µόρφωµα εξαρτήσεων. Αντιθέτως, ένα κράτος δικαίου µε εθνικές ρίζες, ιστορική συνέχεια και σαφή άσκηση κυριαρχίας µπορεί να συνδυάσει τον σεβασµό του διεθνούς δικαίου µε την προστασία της συλλογικής ελευθερίας και της πολιτικής του αυτονοµίας.





































































































