Γράφει ο Χρήστος Στρυφτός
Ιστορικός
Η πρόσφατη προβολή της κινηµατογραφικής ταινίας «Καποδίστριας» στην ελληνική επικράτεια δηµιούργησε ένα κύµα αδιάκοπων συζητήσεων, απόψεων και αντιπαραθέσεων για τον βίο και την πολιτεία του πρώτου κυβερνήτη του ελληνικού κράτους.
Η επιλογή του Καποδίστρια δεν είναι καθόλου τυχαία, φτάνει να αντιληφθούµε από που ξεκίνησαν όλα, δηλαδή ότι οι Έλληνες αστοί της διασποράς, το ελληνικό κεφάλαιο του εξωτερικού και γενικότερα η τότε ελληνική οµογένεια ήταν εκείνες οι τάξεις όπου λειτούργησαν ως καταλύτης για την πραγµάτωση της Ελληνικής Επανάστασης. Ποια είναι εποµένως η αντίληψη των Νεοελλήνων για τον Ιωάννη Καποδίστρια και τι θέση κατέχει στην εθνική τους συνείδηση;
Μετά τον θάνατο του κυβερνήτη τα επόµενα χρόνια µέχρι λίγο πριν το τέλος του 19ου αιώνα, ήταν αρκετά χλιαρές οι αναφορές και οι προσπάθειες για την αποκατάσταση της υπόληψής του. Πιο συγκεκριµένα από την αµέσως διαδεχόµενη µοναρχία του Όθωνα το αντικαποδιστριακό πνεύµα συντηρούνταν από τον αντιβασιλέα Μάουερ αλλά και από τους ορκισµένους εχθρούς του Καποδίστρια οι οποίοι κατείχαν υψηλόβαθµα θεσµικά κυβερνητικά αξιώµατα πλέον. Με το πέρασµα των χρόνων τα πολιτικά δεδοµένα για την Ελλάδα µεταβάλλονται σηµαντικά καθώς η εργαλειοποίηση του εθνικού αφηγήµατος της Μεγάλης Ιδέας, η εµφάνιση µια νέας πολιτικής πραγµατικότητας και καινούργιων πρωταγωνιστών, οδηγούν προς αποκατάσταση της προσωπικότητας και της ιστορικότητας του Καποδίστρια στο όνοµα της κατοχύρωσης της εθνικής συµφιλίωσης και ενότητας ένεκα των επερχόµενων πολεµικών σηµαντικών εθνικών δοκιµασιών.
Η πρώτη λοιπόν κρατική επίσηµη και θα λέγαµε µεγαλοπρεπής «αποκατάσταση» του Καποδίστρια έρχεται µόλις το 1887 µε τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του στην αγαπηµένη του πατρίδα Κέρκυρα.
Στην ελληνική εκπαίδευση από την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα κι έπειτα εντάσσονται σταδιακά η ζωή και το κυβερνητικό έργο του Καποδίστρια όπου απ’ το 1890 έως και το 1976 παρουσιάζεται στα σχολικά εγχειρίδια η πολιτική φυσιογνωµία του κυρίως µε θετικό πρόσηµο ως προς την συνεισφορά του για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ενώ κάποιες φορές σχολικοί συγγραφείς εξιδανικεύουν το πορτραίτο του. Έτσι λοιπόν πολλές γενιές Ελλήνων διδάχτηκαν και διδάσκονται στα σχολεία για τον ευπατρίδη, επιφανή πολιτικό, ανιδιοτελή κι εργατικό κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.
Στην ελληνική ιστοριογραφία κάνοντας µια επισκόπηση παρατηρούµε ότι από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του «πατέρα» της εθνικής µας Ιστορίας Κ.Παπαρρηγόπουλου µέχρι και τις οµώνυµες εκδόσεις της µεταπολιτευτικά, όπως κι από αφθονία αναφορών σε µελέτες πανεπιστηµιακών ιστορικών τονίζονται οι ικανότητες του Καποδίστρια ως πολιτικού διπλωµάτη και το πολύπλευρο δύσκολο έργο που επιτέλεσε. Ο Παπαρρηγόπουλος ενώ εκθειάζει τον Καποδίστρια ως πρότυπο ηγέτη, παράλληλα χαρακτηρίζει την συγκεντρωτικότητα του καθεστώτος του ως παράνοµη. Η µαρξιστική σχολή των Ελλήνων ιστορικών παρουσιάζει την µέγιστη αµφισβήτηση για τον κυβερνήτη αφού ο Κορδάτος κατακρίνει τον Καποδίστρια µε τον πιο υποτιµητικό τρόπο, ο Σκληρός τον παρουσιάζει ως απολυταρχικό µονάρχη πειθήνιο του τσάρου κι ο Σβορώνος τον περιγράφει ως δικτάτορα και ανίκανο. Οµολογούν όµως και οι τρείς για την θεµελιώδη πάλη του στην σύσταση του κράτους.
Την κηδεµονία για την ιστορική µνήµη του Καποδίστρια έρχεται να εξασφαλίσει συνειδητά την δεκαετία του 1930 το Εθνικόν Πανεπιστήµιον Αθηνών µε την µετονοµασία του σε «Καποδιστριακόν» (ΕΚΠΑ σήµερα) αλλά και στα Προπύλαιά του µε την ανέγερση του ανδριάντα του κυβερνήτη. Το 1933 γίνονται τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, µια κίνηση του πλέον σχετικά ώριµου ελληνικού κράτους όπου απέδωσε ανάλογο φόρο τιµής και σεβασµό στην πόλη από την οποία κυβέρνησε µε πάθος και δολοφονήθηκε ο κυβερνήτης. Μετά την απελευθέρωση (1944) προσωπογραφίες του Καποδίστρια αποτυπώθηκαν στα εθνικά νοµίσµατα της δραχµής και του ευρώ σήµερα.
Ο εµβληµατικός Πρόεδρος της Γ’ Ελληνικής ∆ηµοκρατίας, ο θεσµικά ανώτερος εκπρόσωπος του νέου (µετά την πτώση της δικτατορίας) Συντάγµατος του 1975 και διακεκριµένος ακαδηµαϊκός Κωνσταντίνος Τσάτσος δηλώνει σε οµιλία του το 1976 ότι πρόκειται περί ανοησίας το να θεωρείται αντιδηµοκρατική η κυβερνητική πολιτική του Καποδίστρια συµπληρώνοντας ένα εγκωµιαστικό πορτραίτο για την ακέραιη, ικανή προσωπικότητά και τις βαθιά ηθικές αρετές του κυβερνήτη.
Για την υστεροφηµία λοιπόν και την «αποκατάστασή» του στην εθνική µας ιστορία ο Καποδίστριας µερίµνησε µόνος του χωρίς να έχει την ανάγκη της ιστορικής αναγνώρισης από κανένα σύστηµα. Σε επίσηµα κυβερνητικά έγγραφα µαρτυράται ότι ο Καποδίστριας είχε υποθηκεύσει κτηµατική περιουσία του προκειµένου να εξασφαλίσει χρηµατικά δάνεια για την τροφοδοσία ελληνικών οικογενειών που στερούνταν τον άρτον τον επιούσιον. Η ανιδιοτέλεια του επιβεβαιώνεται επίσης στην επιστολογραφία του όπου συνεισφέρει µε προσωπικό εισόδηµα σε κρατικές δοµές όπως ορφανοτροφεία, στρατός, σχολεία αλλά κι από την επανειληµµένη άρνησή του να λαµβάνει τον υψηλό µισθό που του προσέφερε η εθνοσυνέλευση.
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης διαπιστώνει ότι ο Καποδίστριας σιτίζονταν µε απίστευτη λιτότητα, ενώ ο ιστορικός του 21΄ Τερτσέτης αναφέρει πως κατά την άφιξή του στην Αίγινα ο Καποδίστριας εξεπλάγην από την πείνα και την φτώχεια των νησιωτών ώστε προέτρεψε τον Πετρόµπεη να ντύνονται απλά και να τρώνε φθηνή και σκάρτη τροφή δηλώνοντάς του έτσι ότι πρέπει να αποτελέσουν υπόδειγµα για να κυριαρχήσει απόλυτη φειδώ. Η φιλοπατρία του Καποδίστρια διαπιστώνεται κι από τις προσωπικές θυσίες στην ζωή του, αφού επέλεξε να παραιτηθεί από την πολυτελή καθηµερινότητά του ως ΥΠΕΞ του τσάρου (εκείνο δηλαδή το αξίωµα που ακόµη κι όταν το κατείχε προωθούσε αδιάκοπα το ελληνικό συµφέρον) και να έρθει να κυβερνήσει σε έναν κρανίου τόπο σαν πένης µε πολλές στερήσεις όπως γράφουν οι ξένοι σφοδροί επικριτές του ιστορικοί Finlay και Thierch.
Ήταν γνωστή η αντιπάθεια του Καποδίστρια για την προσέγγιση των Βρετανών στο ελληνικό ζήτηµα από το 1825, όπως επίσης εξίσου αµοιβαία ήταν τα αισθήµατα που έτρεφε ο Άγγλος πρωθυπουργός Ουέλλιγλτον για εκείνον καθώς θεωρούσε πως έπρεπε να αποµακρυνθεί ο «ρωσσόφιλος» κυβερνήτης από την Ελλάδα την ίδια στιγµή που οι Ρώσοι πλησίαζαν στο Αιγαίο µετά την νίκη τους στον πόλεµο µε τους Οθωµανούς το 1828-29. Η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που εισηγήθηκε επισήµως την ανεξαρτησία της επαναστατηµένης Ελλάδας την ώρα που η Ρωσία ήταν απαράδεκτα αδρανής, ουδέτερη και είχε «αδειάσει» πολλές φορές τον Καποδίστρια αφήνοντάς τον συχνά µε οδηγό την ελπίδα.
Οι υποστηρικτές της Αγγλίας στην Ελλάδα όπως π.χ Μαυροκορδάτος άλλα και οι αντικυβερνητικοί προύχοντες Μαυροµιχάλης, Κουντουριώτης και Κωλέττης άρχισαν να κατηγορούν τον Καποδίστρια ως τύραννο και αυταρχικό κυβερνήτη λόγω της καταπάτησης του συντάγµατος και του διοικητικού ατοµικισµού του. Βέβαια ακόµη και σε αυτές τις κατηγόριες έρχεται η ίδια η Ιστορία πάλι να «αποκαταστήσει» τον Καποδίστρια αφού µετά την δολοφονία του για να συνεχιστεί η θεµελίωση του ελληνικού κράτους επακολούθησε η ακόµη πιο αυστηρή δεκαετία της βαυαρικής απόλυτης µάλιστα µοναρχίας, γεγονός το οποίο δικαιολόγησε σε αρκετό βαθµό τον συγκεντρωτισµό της καποδιστριακής περιόδου. Ο Καποδίστριας αποµακρύνει από τα αξιώµατα τους αντιπάλους του, τους απαξιώνει επιδεικτικά ενώ επιδιώκει συλλήψεις και πράττει φυλακίσεις προσώπων που ήταν αγωνιστές του 1821 και την εξέλιξη της όλης υπόθεσης την γνωρίζουµε· Οι τιµηµένοι Μανιάτες αγωνιστές της Επανάστασης γίνονται φονιάδες κι ο κάποτε έξοχος και διαπρεπής Έλληνας διπλωµάτης στα συµβούλια των ισχυρών της Ευρώπης Καποδίστριας βρίσκει µοιραίο θάνατο αφήνοντας πίσω του µια ορατή εθνική παρακαταθήκη.
ΠΗΓΕΣ:
– Χρήστος Λούκος, «Οι ιδρυτές της νεότερης Ελλάδας – Ιωάννης Καποδίστριας», εκδ: ΤΑΝΕΑ,Αθήνα,2020
– «Επιστολαί Ιωάννου Καποδίστρια, Κυβερνήτου της Ελλάδος»,τυπ:Κ.Ράλλη,Αθήνησιν,1841






































































































