Oι πρόσφατες ειρωνικές δηλώσεις του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράµα εις βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων -και κυρίως η εξίσου ειρωνική «ανασκευή» τους- δεν αποτελούν ούτε παρεξήγηση, ούτε ατυχή επικοινωνιακή στιγµή. Εντάσσονται σε ένα σταθερό πολιτικό µοτίβο, στο οποίο η προκλητική ρητορική υποκαθιστά τη σοβαρή πολιτική και ο ανθελληνισµός αξιοποιείται ως εργαλείο εσωτερικής κατανάλωσης.
Η ειρωνεία, όταν προέρχεται από πρωθυπουργό, δεν είναι «χιούµορ». Είναι µήνυµα ισχύος ή -ακριβέστερα- υποκατάστατό της. Και στη συγκεκριµένη περίπτωση του κ. Ράµα, η ειρωνεία λειτουργεί ως αντισθάθµισµα µιας πραγµατικότητας που δύσκολα διαψεύδεται: η Αλβανία εξαρτάται οικονοµικά, κοινωνικά και θεσµικά σε κρίσιµο βαθµό από τις σχέσεις της µε την Ελλάδα.
Τα στοιχεία είναι αµείλικτα. Τα εµβάσµατα των Αλβανών µεταναστών αντιστοιχούν περίπου στο 8-10% του ΑΕΠ της χώρας και αποτελούν βασικό µηχανισµό κάλυψης του εµπορικού της ελλείµµατος. Περίπου το ένα τέταρτο των αλβανικών νοικοκυριών εξαρτάται άµεσα από αυτά, ενώ σχεδόν το 40% των συνολικών εµβασµάτων προέρχεται από Αλβανούς που εργάζονται στην Ελλάδα. Παράλληλα, η Ελλάδα απορροφά περίπου το 10% των αλβανικών εξαγωγών και λειτουργεί ως βασικός οικονοµικός και ευρωπαϊκός διαµεσολαβητής της γειτονικής χώρας.
Κι όµως, αυτή η εξάρτηση ουδέποτε µεταφράστηκε από τις κυβερνήσεις Ράµα µε διάθεση σεβασµού και ειλικρινούς φιλίας και συνεργασίας. Αντιθέτως, συνοδεύτηκε από συστηµατικές πιέσεις κατά της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας: δηµεύσεις περιουσιών, θεσµικός αποκλεισµός, επιλεκτική εφαρµογή του κράτους δικαίου, ακόµη και άσκηση βίας.
Πρώτον, η πολιτική µεθόδευση που οδήγησε στην ακύρωση της Συµφωνίας Οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας-Αλβανίας του 2009. Μια συµφωνία που είχε υπογραφεί από τις δύο κυβερνήσεις, στη βάση του ∆ιεθνούς ∆ικαίου της Θάλασσας, και ακυρώθηκε µονοµερώς µέσω του αλβανικού Συνταγµατικού ∆ικαστηρίου, ύστερα από προσφυγή και πολιτική πίεση της τότε αντιπολίτευσης υπό τον κ. Ράµα. Η επιλογή αυτή δεν ήταν νοµική˙ήταν καθαρά πολιτική, στόχευε στη δηµιουργία εσωτερικού ακροατηρίου µέσω σύγκρουσης µε την Ελλάδα και εξυπηρετούσε τρίτες χώρες στη διένεξή τους µαζί µας.
∆εύτερον, η αναγνώριση µε νόµο, αρουµανικής (βλαχικής) µειονότητας στην Αλβανία. Μια κίνηση που παρουσιάστηκε ως «προστασία ταυτότητας», αλλά στην πράξη λειτουργεί διασπαστικά, επιδιώκοντας να αποκόψει τους Βλάχους από τον ελληνισµό. Ιδιαίτερος πολιτικός κυνισµός – αν αναλογιστεί κανείς ότι ο ίδιος ο κ. Ράµα κατάγεται από βλάχικη οικογένεια µε βαθιά ελληνική παιδεία και εκκλησιαστική παράδοση.
Οι πρόγονοί του µε το επίθετο «Ράµµου» ανήκαν στον ελληνορθόδοξο, ελληνόφωνο κόσµο της Βόρειας Ηπείρου και ήταν ενταγµένοι στις ελληνικές κοινότητες της εποχής. Ο πρό-προπάππους του, ιερέας Γεώργιος Ράµµος, λειτουργούσε στη Μονή Αγίου Βλασίου ∆υρραχίου στα ελληνικά και ο προπάππους του, Χρήστος Ράµµος, σπούδασε στα Ζωγράφεια ∆ιδασκαλεία του Αργυροκάστρου.
Τρίτον, η συστηµατική αναζωπύρωση του λεγόµενου «τσάµικου ζητήµατος» και η εργαλειοποίηση της άρσης του εµπολέµου. Υπό το πρόσχηµα της «ιστορικής εκκρεµότητας», οι κυβερνήσεις Ράµα επαναφέρουν συστηµατικά και µε επίσηµο τρόπο τις ανυπόστατες διεκδικήσεις περί αποζηµιώσεων για τις περιουσίες των Τσάµηδων, επιχειρώντας να εξισώσει θεσµικά ένα απολύτως λήξαν -πολιτικά, ιστορικά και νοµικά- ζήτηµα, µε τα υπαρκτά µειονοτικά δικαιώµατα των Βορειοηπειρωτών.
Οι στόχοι αυτών των πολιτικών αποκαλύφθηκαν µε χαρακτηριστικό τρόπο στις πρόσφατες δηλώσεις του, όπου, αφού προκάλεσε µε αναφορές στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, επιχείρησε να ανασκευάσει µε νέο γύρο ειρωνείας, κατηγορώντας την Ελλάδα για «εθνικιστικό πάθος». Το πρόβληµα, όµως, δεν είναι αν ο κ. Ράµα αναγνωρίζει ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι ήταν Έλληνες -αυτό είναι αυτονόητο και δεν τον αφορά. Το πρόβληµα είναι ότι δεν µπορεί να επικαλείται τον ελληνικό πολιτισµό επιλεκτικά και ότι δεν γίνεται να καταγγέλλει τον «ελληνικό εθνικισµό» την ώρα που οικοδοµεί την πολιτική του ηγεµονία πάνω σε έναν ελεγχόµενο αλβανικό εθνικισµό, στρεφόµενος κατά των µειονοτήτων.
Η Ιστορία, δεν λειτουργεί µε ειρωνικά tweets ούτε µε επικοινωνιακές «διευκρινίσεις». Καταγράφει συνέπειες, όχι προθέσεις. Για τον κ. Ράµα, αυτό που καταγράφεται δεν είναι µια στιγµιαία αστοχία λόγου, αλλά µια σταθερή πολιτική γραµµή: πίεση στην Ελληνική Μειονότητα για να εγκαταλείψει τις πατρογονικές της εστίες, αναθεώρηση συµφωνιών, διαχείριση ταυτοτήτων και προκλήσεις προς την Ελλάδα, ακόµη κι όταν η τελευταία παραµένει ο βασικός οικονοµικός και ευρωπαϊκός της στυλοβάτης.
Αυτή είναι µια πραγµατικότητα που δεν αλλάζει µε χιούµορ. Ούτε µε ειρωνεία. Ούτε µε ανασκευές.
Αντώνης Μπέζας





































































































