Γράφει ο Γεώργιος Γενετζάκης, φιλολογος στο Χαλάνδρι
Μία από τις σοβαρότατες στρεβλώσεις της σύγχρονης Ελληνικής δημοκρατίας είναι η κατάληψη δημοσίου χώρου για λόγους διαμαρτυρίας. Ατυχώς, αυτή η νοοτροπία καλλιεργήθηκε χωρίς καμία εξαίρεση από όλα τα ελληνικά κόμματα, όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Έτσι, «καταλαμβάνονται» σχολικά συγκροτήματα, Πανεπιστημιακά κτήρια, δημόσιες υπηρεσίες, χώροι εργασίας και εθνικές οδοί, στην προσπάθεια των καταληψιών αφενός να αναδείξουν το δίκιο των αιτημάτων τους και αφετέρου να πιέσουν την εκάστοτε κυβέρνηση για την πραγματοποίησή τους.
Λησμονούμε όμως κάποιες σημαντικές παραμέτρους που θέτουν υπό αμφισβήτηση το «δικαίωμα» κατάληψης δημοσίου χώρου. Αρχικά, η απεργία (αποχή από το έργο), συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα, δεν συνεπάγεται την άρση του εξίσου ιερού δικαιώματος της εργασίας. Κατά συνέπεια, οι εργαζόμενοι σε μία υπηρεσία που αποφασίζουν να απεργήσουν δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίσουν εκείνους τους συναδέλφους τους που επιθυμούν να εργαστούν. Όλοι θυμόμαστε τις ακρότητες που είχαν γίνει στο παρελθόν πάνω σε αυτό το θέμα.
Παράλληλα, η απεργία στερεί από το κοινωνικό σύνολο τις υπηρεσίες των απεργούντων, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό χάνει τη δυνατότητα να απολαύσει τα παραγόμενα αγαθά τους και κατά συνέπεια έρχεται σε δύσκολη θέση. Ταυτόχρονα όμως, δεν συνεπάγεται τη δυνατότητα των απεργών να αίρουν δικαιώματα των συμπολιτών τους που είναι άσχετα με το έργο που οι απεργοί ως εργαζόμενοι παράγουν. Έτσι, οι αγρότες που απεργούν δικαιούνται να μην προσφέρουν τα προϊόντα της εργασίας τους στην αγορά, αλλά δεν μπορούν να παρακωλύουν τους πολίτες να μετακινηθούν κλείνοντας τους δρόμους, διότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την αποχή από την εργασία τους. Μία απεργία των ιδιοκτητών ταξί αναμφισβήτητα προκαλεί κυκλοφοριακή επιβάρυνση στους δρόμους, αλλά σε καμία περίπτωση αυτοί δεν έχουν το δικαίωμα να προσπαθήσουν να εμποδίσουν τους συμπολίτες τους να χρησιμοποιήσουν το Ι.Χ. τους, για να μετακινηθούν.
Εάν υιοθετήσουμε στη συνείδησή μας την κατάληψη δημόσιων χώρων ως αποδεκτό τρόπο διαμαρτυρίας, τότε ανοίγουμε τον «ασκό του Αιόλου» στην ομαλότητα της κοινωνικής οργάνωσης. Η κάθε κοινωνική ομάδα, διαμαρτυρόμενη και αιτούμενη την πραγματοποίηση του δίκιου της, μπορεί να καταλαμβάνει δημόσιους χώρους και να προκαλείται μία συνεχής αναστάτωση στην κοινωνία, κάποτε με ανυπολόγιστες συνέπειες. Αυτό όμως δεν λειτουργεί υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Μάλλον φλερτάρει με φασίζουσα νοοτροπία, εφόσον αφαιρεί δικαιώματα από τους πολίτες σε καιρό ειρήνης και τους επιβάλλει συμπεριφορές με τη βία – μορφή βίας είναι να εμποδίζεται κάποιος να μετακινείται ελεύθερα υπό κανονικές συνθήκες. Κανείς δεν αρνείται το δίκιο των αγροτών στην προκειμένη περίπτωση και συνακόλουθα τις ευθύνες της Κυβέρνησης, όμως μέσα σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο ο αποκλεισμός των δρόμων ως διαμαρτυρία μέσω των τρακτέρς στρέφεται εναντίον του κοινωνικού συνόλου.
Επιπρόσθετα, δημιουργείται και μία μορφή ανισότητας στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η συγκεκριμένη ομάδα –με όλο τον απαιτούμενο σεβασμό που οφείλουμε να της αναγνωρίζουμε– επιβάλλεται με τον όγκο των μηχανημάτων της και αποκόπτει την κυκλοφορία, ενώ άλλες ασθενέστερες κοινωνικές ομάδες (π.χ. συνταξιούχοι) δεν έχουν αυτή την μορφή πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση και συνακόλουθα τον ίδιο βαθμό διεκδίκησης των αιτημάτων τους. Ας φέρουμε στο νου τις άλλοτε απεργιακές κινητοποιήσεις των υπαλλήλων της ΔΕΗ που κατέβαζαν τους διακόπτες τροφοδοσίας ηλεκτρικού ρεύματος με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στην κοινωνία και συνακόλουθα τη μεγάλη πίεση που ασκούσαν στην Κυβέρνηση.
Στη δημοκρατία, για να μπορούν όλοι οι πολίτες να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα πρέπει να ακολουθείται ο νόμος που είναι κοινός για όλους, ακόμη και στην περίπτωση που κάποιοι αισθάνονται ότι αδικούνται βάναυσα. Όσοι χρησιμοποιούν τελικά τη βία της κατάληψης εκθέτουν τον εαυτό τους στο κοινωνικό σώμα και χάνουν την υποστήριξη της κοινής γνώμης. Το δημοκρατικό πολίτευμα δεν είναι αρένα για την επιβίωση του ισχυρότερου. Δεν επικρατεί το δίκαιο της πυγμής. Υπάρχουν τρόποι προώθησης των αιτημάτων μας, χωρίς να χάνουμε το δίκιο μας. Απαιτείται ευελιξία και κοινός νους.






































































































