Γράφει η Πέγκη Φαράντου
ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΖΩΓΡΑΦΟΣ
www.pegifarandos.gr
Στη βορειοανατολική πλευρά της Πίνδου, στον Γράμμο, εκεί που ενώνεται η Μακεδονία με την Ήπειρο, ζουν κάποιοι άνθρωποι, που ακολουθούν τους δικούς τους ρυθμούς στη ζωή.
Εκεί, ο χειμώνας είναι βαρύς. Πυκνό χιόνι σκεπάζει τις βουνοπλαγιές και παραμένει σε αυτές για πολλούς μήνες τον χρόνο. Οι έντονες χιονοπτώσεις και οι βροχοπτώσεις, δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες βλάστησης για πολλά είδη χλωρίδας. Τα νερά είναι άφθονα. Ποτάμια ποτίζουν τη γη. Τα λιβάδια είναι εύφορα και τα δάση πυκνά, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Δάση από βελανιδιές, οξιές, έλατα, πεύκα, δρύες, ντύνουν τον ορίζοντα από άκρη σε άκρη. Η πλούσια χλωρίδα, προσελκύει πλήθος ζώων, θηλαστικών και πτηνών, που επιλέγουν να ζουν εκεί. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά συνθέτουν έναν τόπο απαράμιλλης ομορφιάς.
Σε αυτόν τον τόπο, ο χειμώνας ξεκινά νωρίς. Γι’ αυτό και οι προετοιμασίες είναι σημαντικές. Τα τζάκια, ανάβουν πολλές φορές και πριν το τέλος του καλοκαιριού. Τα ξύλα κόβονται και στοιβάζονται με προσοχή και οι προμήθειες γίνονται από το καλοκαίρι. Ένα μικρό καφενεδάκι όμως άργησε σε αυτή την προετοιμασία…
Η κυρά Βαγγελιώ, χήρα εδώ και χρόνια, διατηρούσε ένα μικρό καφενεδάκι. Ένα μικρό καφεναδάκι σε ένα χωριό, γαντζωμένο θαρρείς σε ένα από τα πιο ψηλά σημεία της μεγάλης οροσειράς. Ένα χωριό, που οι δύσκολες συνθήκες ζωής, το είχαν σχεδόν αδειάσει από τους κατοίκους. Οι νέοι είχαν φύγει για τις μεγάλες πόλεις και οι μόνιμοι κάτοικοι ήταν λίγοι. Η κυρά Βαγγελιώ, ήταν μια από αυτούς τους κατοίκους.
Αγαπούσε τόσο τον τόπο της, που δεν έφυγε ποτέ από αυτόν, για κανέναν λόγο. Δεν αγαπούσε μόνο τον τόπο της, ήταν μέρος του τόπου αυτού. Ήξερε τα πάντα γι’ αυτόν, τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά, τα βότανα και ό,τι ήταν αυτό που ζούσε εκεί, μαζί με εκείνη. Πολλές ήταν οι φορές, που της είχε προταθεί να φύγει και να μετακομίσει στην πόλη. Να πάει σε κάποια μεγάλη πόλη, για μια καλύτερη ζωή. Η απάντηση ωστόσο ήταν πάντοτε αρνητική. Έλεγε πως έχει ό,τι χρειάζεται. «Όλα τα ‘χω! Τι χρειάζεται μωρέ ο άνθρωπος για να είναι ευτυχισμένος; Όσα περισσότερα έχει, τόσο χειρότερα. Ευτυχισμένος αυτός που δεν χρειάζεται, όχι αυτός που έχει!», έλεγε. Πολλοί όμως ήταν εκείνοι που δεν την καταλάβαιναν, καθώς αντίκρυζαν μια η ηλικιωμένη γυναίκα, να κρατά ένα καφενείο μόνη, στα άγρια δάση.
Παρότι η κυρά Βαγγελιώ ήταν μεγάλη σε ηλικία και η παρουσία της έδειχνε άνθρωπο με πολλά προβλήματα υγείας, εκείνη ήταν ικανοποιημένη από τη ζωή. Το μικρό καφενεδάκι που διατηρούσε μόνη της, είχε όλα και όλα τέσσερα τραπεζάκια, με τις καρέκλες τους. Τέσσερα ξύλινα τραπεζάκια γύρω από μια ξυλόσομπα, που έκαιγε χωρίς να σταματά, σχεδόν όλο τον χρόνο. Στο βάθος, ένα μικρό κουζινάκι. Εκεί έφτιαχνε καφέ και από κανέναν μεζέ για το τσίπουρο. Παρότι ο χώρος ήταν μικρός, όλα ήταν πάντοτε περιποιημένα και καθαρά. Μα πιο περιποιημένο ήταν ένα συγκεκριμένο σημείο. Ένα σημείο στο οποίο είχε κρεμάσει το εικονοστάσι της, με εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και κάποιων Αγίων. Ένα εικονοστάσι με ένα αναμμένο καντήλι γεμάτο με λάδι, που έκαιγε συνέχεια.
Η ξυλόσομπα όμως, στο κέντρο του μικρού καφενείου, ήταν σβηστή. Το κρύο ήταν αισθητό και ο κυρ Παναγιώτης, μοναδικός πελάτης του μαγαζιού, γκρίνιαζε για το κρύο. «Τι θα γίνει Βαγγελιώ, θα παγώσουμε σήμερα;», είπε. Η κυρά Βαγγελιώ, είχε βάλει τα χέρια στη μέση και μουρμούριζε. «Φοβάται ότι δεν θα του δώσω τα λεφτά και δεν μου έφερε ακόμη τα ξύλα;» έλεγε θυμωμένη. «Και εσύ Βαγγελιώ, δεν τα έκανες καλά στη ζωή! Είχες μεγάλη περιουσία από τα χωράφια και άφησες να σου τα πάρει παράνομα η νύφη σου. Δεύτερη γυναίκα του αδερφού σου, που αφού τον πέθανε από τη στεναχώρια του, ζει μέσα στα πλούτη. Θα έπρεπε να διεκδικήσεις το βιό σου, τι δουλειά έχει αυτή στην περιουσία που σου άφησαν οι γονείς σου; Τώρα κάθεσαι και περιμένεις τη σύνταξη, για να πληρώσεις λίγα ξύλα. Αχ βρε Βαγγελιώ! Και σαν να μη έφτανε αυτό, είμαι και εγώ μέσα στο κρύο, να πίνω τον καφέ μου, δίπλα σε μια σβηστή σόμπα», είπε.
Τότε η Βαγγελιώ, πήγε κοντά στον Παναγιώτη και είπε: «Δεν σκέφτομαι αυτούς που με αδίκησαν και δεν μετανιώνω για ό,τι δεν έκανα, για να αποκαταστήσω το δίκιο μου. Μπορεί να μην έχω περιουσία αλλά είμαι καλά, έχει ο Θεός». Και συνέχισε: «Εκείνος που σκέφτεται να αδικήσει τον άλλον, τον εαυτό του αδικεί και αποδεικνύεται περισσότερο αδύνατος και από τη λάσπη»*. Τότε ο Κωνσταντίνος κατέβασε το βλέμμα του και η Βαγγελιώ συνέχισε: «Δεν το λέω εγώ, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, μεγάλη η χάρη του» και έκανε τον σταυρό της.
Τότε μια φασαρία από έξω, διέκοψε την κουβέντα. «Κυρά Βαγγελιώ!!!», φώναζε κάποιος και πριν προλάβει η Βαγγελιώ να βγει στην αυλή, βλέπει ένα αγροτικό αυτοκίνητο γεμάτο ξύλα. «Άνοιξε να ξεφορτώσω τα ξύλα, γιατί είχε χαλάσει το αμάξι και έμειναν πίσω οι παραγγελίες»…
* «Τοιούτον γάρ τί έστιν ό ειδώς αδικείσθαι και φέρειν γεναίως και αδάμας και κέντρα και πυρ, ο δε αδικείν μεμελετηκώς, πηλού παντός ασθενέστερος.
Ιωάννης Χρυσόστομος, ΕΠΕ τόμος 10 σελ. 708








































































































