Γράφει ο Δημήτριος Κοτσώνης
Πολιτικός μηχανικός
Οι καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν πρόσφατα την Ισπανία και τη Γαλλία, καθώς και ο κίνδυνος που απείλησε ακόμη και τη Μαδρίτη, αποτελούν μια ακόμη προειδοποίηση για όλες τις μεσογειακές χώρες.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις δασικές πυρκαγιές μόνο όταν αυτές εκδηλώνονται. Η πραγματική προστασία αρχίζει πολύ νωρίτερα: με τη συστηματική μείωση της καύσιμης ύλης.
Η Αθήνα περιβάλλεται από την Πάρνηθα, την Πεντέλη και τον Υμηττό. Σε δεκάδες σημεία τα δάση γειτνιάζουν άμεσα με οικισμούς, κατοικίες και κρίσιμες υποδομές. Εάν μια μεγάλη πυρκαγιά εξελιχθεί υπό ακραίες καιρικές συνθήκες, οι συνέπειες μπορεί να είναι ανυπολόγιστες.
Η Πολιτεία οφείλει να προχωρήσει άμεσα στη δημιουργία μιας μόνιμης ζώνης πρόληψης πλάτους περίπου 1.000 μέτρων σε όλο το μήκος επαφής των δασών της Αττικής με τους οικισμούς. Παράλληλα, μέσα στη ζώνη αυτή πρέπει να κατασκευαστεί αντιπυρική λωρίδα πλάτους 100 έως 150 μέτρων με κατάλληλα μηχανικά μέσα.
Το δυσκολότερο όμως έργο δεν είναι η κατασκευή της αντιπυρικής ζώνης. Είναι η διαρκής απομάκρυνση της καύσιμης ύλης.
Εάν η συνολική περίμετρος επαφής των δασών της Αττικής με τους οικισμούς είναι περίπου 50
χιλιόμετρα, τότε η ζώνη προστασίας αντιστοιχεί σε περίπου 50.000 στρέμματα, τα οποία πρέπει να συντηρούνται κάθε χρόνο.
Στο σημείο αυτό αξίζει να προσεχθούν ιδιαίτερα τα πρόσφατα συμπεράσματα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Περιβάλλοντος. Η Υπηρεσία επισημαίνει ότι η εκτατική βόσκηση αποτελεί βασικό εργαλείο διαχείρισης της βιοποικιλότητας, προστασίας των οικοσυστημάτων και μείωσης του κινδύνου δασικών πυρκαγιών. Η σταδιακή εγκατάλειψη της βόσκησης στη Μεσόγειο έχει οδηγήσει στη συσσώρευση τεράστιων ποσοτήτων καύσιμης ύλης, αυξάνοντας την ένταση και την ταχύτητα εξάπλωσης των πυρκαγιών.
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία της διεθνούς εμπειρίας, ένα οργανωμένο πρόγραμμα εκτατικής βόσκησης με περίπου 40.000 έως 50.000 αίγες, εφαρμοζόμενο σύμφωνα με εγκεκριμένα
διαχειριστικά σχέδια και υπό συνεχή επιστημονική παρακολούθηση, θα μπορούσε να συμβάλει
ουσιαστικά στη συνεχή μείωση της καύσιμης ύλης στις κρίσιμες ζώνες της Αττικής.
Η οικονομική διάσταση της πρότασης είναι εξίσου σημαντική
Σήμερα, το κόστος μηχανικού καθαρισμού και απομάκρυνσης της καύσιμης ύλης υπολογίζεται
κατά μέσο όρο σε περίπου 350 ευρώ ανά στρέμμα. Για μια έκταση 50.000 στρεμμάτων, η αντίστοιχη ετήσια δαπάνη προσεγγίζει τα 17,5 εκατομμύρια ευρώ, κάθε χρόνο!
Αντίθετα, ένα οργανωμένο πρόγραμμα εκτατικής βόσκησης μπορεί να εξασφαλίζει συνεχή διαχείριση της βλάστησης με σημαντικά μικρότερο δημόσιο κόστος, αξιοποιώντας παράλληλα
υφιστάμενες ευρωπαϊκές και εθνικές ενισχύσεις προς την κτηνοτροφία.
Παράλληλα, θα μπορούσε να εξεταστεί η αξιοποίηση μέρους του απαιτούμενου ζωικού κεφαλαίου από περιοχές όπου σήμερα παρατηρείται υπερπληθυσμός ελεύθερα βοσκουσών αιγών, όπως η Σαμοθράκη, εφόσον αυτό σχεδιαστεί σε συνεργασία με τους κτηνοτρόφους και την Πολιτεία.
Η κυβέρνηση έχει ήδη εξαγγείλει ότι προτίθεται να αξιοποιήσει τον ιδιωτικό τομέα στη διαχείριση των ελληνικών δασών. Οι πρόσφατες εξελίξεις στη Νότια Ευρώπη καθιστούν επιτακτική την υλοποίηση αυτής της εξαγγελίας, με σαφές θεσμικό πλαίσιο, αυστηρή εποπτεία και μετρήσιμους στόχους.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να καθιερωθεί ένα ενιαίο σύστημα δημόσιου απολογισμού όλων των έργων δασοπροστασίας.
Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν πόσα χρήματα διατέθηκαν, ποια έργα εκτελέστηκαν, ποια έκταση προστατεύτηκε κάθε χρόνο και ποιο ήταν το πραγματικό αποτέλεσμα των παρεμβάσεων.
Οι πυρκαγιές στην Ισπανία απέδειξαν ότι ακόμη και μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες δοκιμάζονται από την κλιματική κρίση.
Η Ελλάδα έχει σήμερα την ευκαιρία να κινηθεί προληπτικά.
Το ερώτημα είναι απλό:
Θα αξιοποιήσουμε την προειδοποίηση που μας δίνει η Μαδρίτη ή θα περιμένουμε να αποκτήσουμε τη δική μας τραγική εμπειρία;




































































































