Κι ήταν κάτι νύχτες…
Καλοκαίρι. Μαρούσι. Ο αττικός ουρανός, καθρεφτίζεται πάνω στις πλατίνες των λιόδεντρων που σφιχταγκαλιάζουν τον τόπο. Αστράφτει στα ασήμια της λεύκας, καθώς το αεράκι της Πεντέλης και της Πάρνηθας παίζει κρυφτό, κυνηγητό, κλέφτες κι αστυνόμους ανάμεσά τους, σαν τα παιδιά στους δρόμους και στις αλάνες.
Ο Ήλιος ο γεννήτορας, μαζί με τη δροσομάνα την Αυγή, άπλωναν αργά, απαλά, αέρινα την ανατολή τους, σαν την μάνα που σκεπάζει το μωρό της, σεντονάκι βαφτισμένο στις γαζίες, στα γιασεμιά, στους βασιλικούς και στη λεβάντα.
Οι αμπολές που κατηφόριζαν από τα Ανάβρυτα στα χωράφια του μαρουσιώτικου κάμπου, σαν ερχόταν η ώρα, ανάγγελλαν στην αρχή με χαρούμενο άτακτο κελάρυσμα που σιγά – σιγά ηρεμούσε το χαρμόσυνο μαντάτο. Ώρα για πότισμα!
Σαν το νερό στις αμπολές κυλούσε ήσυχα η μέρα.
Το ρολόι της Παναγίας χτύπησε 12 φορές. Κατακαλόκαιρο, καταμεσήμερο κι ο γαλάζιος αέρας, σεργιάνισε τον ήχο, σε χωράφια, σ' αυλές, σε γειτονιές, στους δρόμους κι όποιος τον συναπάντησε σε σταυροδρόμι, σταυροκοπήθηκε διπλά: Καλοβράδιασέ μας Παναγία μου.
Η γαλήνη του Μαρουσιού, η ησυχία του προαστίου, γινόταν τις μεσημεριανές ώρες πιο επιβλητική. Ο γανωτζής, ο «δίφραγκο – δίφραγκο» στου οποίου το κάρο έβρισκες από βεντούζες μέχρι γκιο-γκιο ή αλλέως πώς, δοχεία νυκτός κι ό,τι άλλο γύρευε ένα νοικοκυριό τότε. Ο μανάβης, ο καρεκλάς και προ πάντων τα παιδιά που έπαιζαν στους δρόμους και στις αλάνες, σώπαιναν σιγά-σιγά. Το απόγευμα πάλι…
Και το απόγευμα ξεκινούσε με τον παγωτατζή. «ΕΒΓΑ, παγωτά η ΕΒΓΑ». Παγωτά χωνάκι. Βανίλια, τριαντάφυλλο, σοκολάτα. Κι ύστερα ο χαλβάς ο πολίτικος, πού και πού ο αρκουδιάρης με το νταούλι και την αρκούδα που «χόρευε» ή ο γύφτος με τη μαϊμού να δείχνει πώς βάζει πούδρα η κοπελιά, πώς κάνει ο γέρος με τη γριά κι άλλα τέτοια αξιοθέατα. Οι γύφτισσες που χόρευαν μπροστά στις πόρτες των σπιτιών, όπου κάθονταν οι γειτόνισσες να ξαποστάσουν από το παλετιό της ημέρας, ίδιο θέατρο δρόμου. Πολύχρωμο, πολύμορφο και πολυπράγμον! Χόρευε, τραγουδούσε, έλεγε τα χαρτιά, διάβαζε τη μοίρα στο χέρι.
Σιγά-σιγά, τα χρώματα, τα σχήματα, ο ήχος και το άρωμα της ημέρας, υποχωρούσαν για να πάρουν τη θέση τους εκείνα του δειλινού και της νύχτας. Κι εδώ, σε τούτο το πανέμορφο τοπίο αυτουνού εδώ του ακριβού τόπου, κυριαρχούσε ο άνθρωπος!
Γέμιζαν οι πλατείες με τα καφεζαχαροπλαστεία από κόσμο. Κυλούσαν σαν παλίρροια πάνω κάτω, αγόρια κορίτσια. Μητροπόλεως, Ερμού, Περικλέους κι ανάποδα. Σεργιάνι στα όνειρα, σεργιάνι στα χτυποκάρδια του έρωτα. Περίπατος μέχρι του Παπουτσάνη, μέχρι τα θερινά τα σινεμά. Κι εκεί, έσμιγαν σμάρια τα νεαρόπουλα με μισόκλειστα τα βλέφαρα της προσμονής, έτοιμα να ταξιδέψουν στους τόπους της φαντασίας, μέσα από τη μαγεία του έργου.
Μαρούσι. Καλοκαίρι. Θερινά σινεμά. ΡΕΞ, ΤΙΤΑΝΙΑ, ΑΜΑΡΥΣΙΑ: 1955-60-65. Οι χρόνοι, μακρινοί για όσους έμειναν να τους νοσταλγούν. Οι χρόνοι χτεσινοί, γι' αυτούς που τους παίρνουν μαζί τους στις αποσκευές του ταξιδιού. Οι χρόνοι, ανύπαρκτοι για όσους δεν τους γεύτηκαν. Εξάλλου… τι γεύση έχει ο χρόνος μέσα στις ταινίες των σινεμά; Πότε πικρή, πότε γλυκιά και πότε αδιάφορη σαν «ξένο παραμύθι».
Πάντως, κάποτε στο Μαρούσι «ήταν κάτι νύχτες με φεγγάρι, μες στα θερινά τα σινεμά…».

























































































![Φωτογραφήματα [21/7]](https://amarysia.gr/wp-content/uploads/2007/07/vougiouklaki.gif)













