Γράφει η Πέγκη Φαράντου
ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΖΩΓΡΑΦΟΣ
www.pegifarandos.gr
Mόλις είχε ξημερώσει. Το φως έμπαινε δειλά στα δωμάτια, μαζί με το πρώτο κρύο του χειμώνα. Το σπίτι μύριζε γαλλικό καφέ και φρυγανισμένο ψωμί. Η Κλειώ ετοίμαζε πρωινό για εκείνη, τον Λευτέρη και τον γάτο. Είχε ξυπνήσει πρώτη και αφού άνοιξε τα παντζούρια για να μπει φως, πήρε στα χέρια της κάποια έγγραφα, που ήταν πάνω στο τραπέζι εδώ και μέρες.
Η ώρα περνούσε, ο ήλιος όμως δεν είχε φωτίσει την πόλη, έμοιαζε να είναι ακόμη νύχτα. Σύννεφα βροχής είχαν κρύψει το φως του ήλιου, αφήνοντάς τον να τα διαπερνά, μόνο κατά διαστήματα. Παρότι το πρωινό είχε σερβιριστεί, ούτε ο Λευτέρης αλλά ούτε και ο γάτος, φαίνονταν πρόθυμοι να αφήσουν τα ζεστά σκεπάσματα και να σηκωθούν, ο καθένας για τον δικό του λόγο. Ο γάτος είχε κουλουριαστεί σε ένα σημείο του καναπέ, απολαμβάνοντας τη ζέστη και ο Λευτέρης ήταν απρόθυμος να αλλάξει την καθημερινότητά του, για να διεκπεραιώσει νέες υποχρεώσεις. Κάποια στιγμή, ο Λευτέρης σηκώθηκε και πήρε στα χέρια του μια κούπα με ζεστό καφέ.
«Λοιπόν!», είπε η Κλειώ, κρατώντας στα χέρια της, τα έγγραφα που είχε λάβει με το ταχυδρομείο, «ο δικηγόρος, μας το είπε καθαρά, θα χρειαστεί να υπογράψεις ο ίδιος. Πρέπει να πας στο χωριό και να ρυθμίσεις τα περιουσιακά στοιχεία του παππού σου».
Ο Λευτέρης, που είχε κόψει εδώ και χρόνια το τσιγάρο, άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα κιτρινισμένο από τον χρόνο πακέτο με τσιγάρα. Αφού έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα, άρχισε να φυσά τον καπνό, «Δεν έχω καμία διάθεση γι’ αυτό το ταξίδι. Έχω να πάω στο χωριό τριάντα χρόνια, ούτε θυμάμαι πώς είναι», είπε ο Λευτέρης και έσβησε νευρικά, το μισοτελειωμένο τσιγάρο στο τασάκι. Η Κλειώ, σήκωσε τους ώμους της και είπε, «να ετοιμάσω τα πράγματα σου;».
Το επόμενο πρωί, ο Λευτέρης, φόρτωσε το αυτοκίνητό του. Μια μεγάλη βαλίτσα, δύο μικρότερες τσάντες και μια τσάντα υπολογιστή. Επίσημα ενδύματα, ένα παλτό, παπούτσια, προϊόντα προσωπικής φροντίδας. Φορτιστές, για το κινητό, τον υπολογιστή, τον σκληρό δίσκο, τη φωτογραφική μηχανή. Στο μπροστινό κάθισμα τοποθετήθηκαν δοχεία με προϊόντα διατροφής. Μπάρες δημητριακών, ξηρών καρπών, σπόρων τσία, καθώς και κάποια φρούτα.
Το ταξίδι ξεκίνησε, με τον Λευτέρη να γκρινιάζει, σε έναν εσωτερικό διάλογο. Ήταν πολλά τα χρόνια από τότε που είχε πάει για τελευταία φορά στο χωριό. Μόλις τελείωσε και την τρίτη τάξη του δημοτικού, έφυγε με τους γονείς του για την Αθήνα. Όταν τελείωσε το σχολείο στην πρωτεύουσα, έφυγε για σπουδές στην Αμερική και έπειτα επέστρεψε στην Αθήνα, αφού είχε διασφαλίσει μια καλή επαγγελματική θέση, έναν μεγάλο μισθό και συνθήκες μια πολύ άνετης, για εκείνον, ζωής.
Το ταξίδι είχε ξεκινήσει. Ο Λευτέρης ρύθμισε το σύστημα πλοήγησης, του αυτοκινήτου, με τον προορισμό της διαδρομής. Προορισμός, Νομός Ροδόπης. Καθώς η ώρα περνούσε, άρχισε να ανακαλεί στο μυαλό του γεγονότα από το παρελθόν. Από την εποχή πού πήγαινε ακόμη στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου. Άρχισε να φέρνει στο νου του την εικόνα της γιαγιάς του, να ζυμώνει ψωμί και να το βάζει στον ξυλόφουρνο, που βρισκόταν έξω από το σπίτι. Ψωμί που έβγαινε από τον φούρνο ζεστό και κοβόταν με το χέρι. Άρχισε να σκέφτεται τον παππού του, να φροντίζει τα ζώα που είχε το σπίτι, τις αγελάδες, τα πρόβατα, τις κότες, τα σκυλιά, τις γάτες. Θυμήθηκε πόσο του άρεσε να πηγαίνει κοντά του και να χαϊδεύει τα μικρά ζώα, γιατί από τα μεγάλα κρατούσε αποστάσεις.
Στο μυαλό του Λευτέρη ξεδιπλώνονταν μνήμες, που δεν πίστευε ότι υπήρχαν. Η μία εικόνα διαδέχονταν την άλλη. Μετά ήρθαν μνήμες της όσφρησης. Μυρωδιά από χώμα μετά τη βροχή, η μυρωδιά του σπιτιού, η μυρωδιά των φαγητών, η μυρωδιά της μαμάς, του μπαμπά. Ύστερα θυμήθηκε τον εαυτό του, πίσω στον χρόνο. Κοίταξε τα ματωμένα από το παιχνίδι γόνατα, τα λασπωμένα ρούχα από τη μπάλα. Και καθώς το ταξίδι συνέχιζε, συνέχιζαν να έρχονται και οι μνήμες. Ο Λευτέρης προσπαθούσε να θυμηθεί το όνομα του καλύτερου του φίλου, «Αντρέας, Αποστόλης, Αλκιβιάδης;», προσπαθούσε να θυμηθεί το όνομα της πρώτης του αγάπης, ένα κορίτσι της γειτονιάς, με όμορφα μακριά μαλλιά…
Μετά από ώρες διαδρομής, το αυτοκίνητο έφτασε στον νομό Ροδόπης. Λίγο αργότερα όμως, το δίκτυο έπαψε να δίνει σήμα εντοπισμού στον χάρτη του αυτοκινήτου. Χωρίς σήμα εντοπισμού, χωρίς δίκτυο τηλεφώνου, χωρίς κινητό τηλέφωνο και υπολογιστή. Ο Λευτέρης έπρεπε να βρει μόνος τον προορισμό. Ακολουθώντας, λίγο το ένστικτο, λίγο κάποιες παλιές πινακίδες, έφτασε.
Αφού τα κατάφερε, αποφάσισε να πάει στο μοναδικό καφενείο του χωριού. Πάρκαρε έξω από αυτό το μεγάλο του αμάξι και βγήκε. Στο κέντρο του καφενείου μια σόμπα έκαιγε ξύλα, ζεσταίνοντας τον χώρο. Στην κουζίνα, μια γυναίκα μαγείρευε. Μια άλλη τακτοποιούσε ξύλα για τη φωτιά. Δύο μικρά παιδιά έπαιζαν ήσυχα σε μια γωνιά. Και κάποιοι άλλοι έπιναν κρασί.
Καθώς πλησίαζε ο Λευτέρης στο καφενείο, κουρασμένος από το πολύωρο ταξίδι, ένας από τους άντρες σηκώθηκε να ανοίξει την πόρτα. Ένας άντρας, με πλούσια γκρίζα μαλλιά και μακριά γένια. Τα χέρια του ήταν μεγάλα και άγρια από τις εργασίες. Τα χέρια, ήταν και τα πρώτα που πρόσεξε ο Λευτέρης, μπαίνοντας στο καφενείο. «Καλώς ήρθες!», είπαν όλοι ξεχωριστά, στον Λευτέρη, που έβλεπαν για πρώτη φορά. «Καλησπέρα σας», είπε και εκείνος. Τι να σου φέρουμε, είπε ο άντρας με τη μακριά γενειάδα, αφού έβαλε, ένα ακόμη ξύλο στη φωτιά.
Όταν ο Λευτέρης κάθισε λίγο, ο μεγαλύτερος άντρας που καθόταν στο καφενείο, του απηύθυνε τον λόγο, «τι σε φέρνει στο χωριό μας;». Τότε ο Λευτέρης απάντησε, «ήρθα να διευθετήσω κάποια περιουσιακά του παππού μου». Τότε ο άντρας ρώτησε -«Τίνος είσαι;». -«Ονομάζομαι Ελευθέριος Τσάκαλος», είπε ο Λευτέρης. -«Τσάκαλος, ποιανού;». -«Της Χαρίκλειας και του Γιάννη», απάντησε ο Λευτέρης. -«Παππούς σου ο Λευτέρης Τσάκαλος;», -«Ναι». Τότε ο άντρας με τη μακριά γενειάδα και τα γκρίζα μαλλιά σηκώθηκε ενθουσιασμένος και αγκάλιασε σφιχτά τον Λευτέρη. -«Λευτεράκι! Παιδικέ μου φίλε! Ο Τάσος είμαι, ο συμμαθητής σου». Ο Λευτέρης ξαφνιασμένος από την αγκαλιά, του ξένου για εκείνον, άντρα, χαμογέλασε. -«Θυμάσαι που παίζαμε μέχρι αργά στα χωράφια, που μας φώναζαν οι μάνες μας και εμείς κρυβόμασταν για να μη μας βρουν, που μας ξύπναγαν χαράματα να πάμε στην εκκλησία;». Μετά, αφού κατέβασε τον τόνο της φωνής του, συνέχισε: «Οι παππούδες μας πολέμησαν μαζί στον πόλεμο, σαν αδέρφια. Μεγαλώσαμε με τις διηγήσεις αυτές και με τις ιστορίες των γονιών μας για την αντίσταση. Με ένα καρβέλι ψωμί ζήσαμε όλοι αλλά μας ένωναν οι αγώνες για την ελευθερία. Έχουν σημασία οι ρίζες του ανθρώπου. Τώρα τα πράγματα άλλαξαν και ο κόσμος εύκολα ξεχνά». «Αχ βρε Λευτεράκι, πόσο με συγκίνησες. Κάτσε να σου βάλω ένα κρασί να θυμηθούμε τα παλιά».
Εκείνο το βράδυ, ο Λευτέρης θυμήθηκε πολλά και τσούγκρισε πολλές φορές το ποτήρι με το κρασί. Την επόμενη μέρα, ξύπνησε χαρούμενος. Όταν μπόρεσε να πιάσει γραμμή το δίκτυο τηλεφώνου, τηλεφώνησε στην Κλειώ. Εκείνη, έντρομη από την άλλη γραμμή είπε: «Είσαι καλά Λευτέρη, ανησύχησα;» και ο Λευτέρης απάντησε: «Είμαι πολύ καλά Κλειώ, θα μείνω μερικές μέρες στο χωριό, σκέφτομαι να κρατήσουμε το σπίτι του παππού».






































































































