Πολλές φορές η συνεχής επανάληψη-επίκληση μίας έννοιας, μίας ιδέας δεν είναι τίποτε άλλο παρά απόδειξη ότι αυτή η έννοια ή ιδέα απουσιάζει από την καθημερινότητά μας ή, ακόμη χειρότερα, έχει αντικατασταθεί από την αντίθετή της. Έτσι, για παράδειγμα, όσο πιο συχνά αναφερόμαστε στην ανάγκη διαφάνειας, ουσιαστικά παραδεχόμαστε ότι ο κανόνας που επικρατεί στις όποιες συναλλαγές είναι η αδιαφάνεια. Ομοίως, όσο συχνότερα υπερθεματίζουμε για την αναγκαιότητα δημιουργίας ενός δικτύου αλληλεγγύης υπέρ των πιο αδύναμων κοινωνικά συμπατριωτών μας, είναι γιατί το κυρίαρχο στοιχείο που έχει διαμορφωθεί σήμερα στην κοινωνία μας είναι ο άκρατος ατομισμός.
Του Θάνου Σταθόπουλου
«Μα πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο;», θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος αναγνώστης μας, παραπέμποντάς μας στις διάφορες κοινωνικές δομέςπου προωθούν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (π.χ. κοινωνικά παντοπωλεία, κοινωνικά φαρμακεία, κοινωνικά ιατρεία κ.λπ.), αλλά και σε αντίστοιχες δράσεις συλλόγων, φορέων, καθώς και ομάδων ενεργών πολιτών.
Είναι αλήθεια ότι όλα τα παραπάνω ισχύουν, μόνο που, αφενός, ο βαθμός επέκτασής τους στο κοινωνικό σύνολο είναι περιορισμένος και αφετέρου, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα πολλαπλά και αλλεπάλληλα οικονομικά πλήγματα που δέχονται ολοένα και περισσότεροι συμπατριώτες μας. Ο λόγος, ειδικά σε ό,τι αφορά την πρώτη περίπτωση, θα πρέπει να αναζητηθεί στον τρόπο που μάθαμε να λειτουργούμε ως πολίτες τα (πολλά) τελευταία, πριν την κρίση, χρόνια. Γιατί, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι το αίσθημα της αλληλεγγύης δεν αποτελούσε ένα από τα δυνατά σημεία του χαρακτήρα μας.
Σίγουρα είναι τουλάχιστον δυσάρεστο να γράφει ή να υπενθυμίζει κάποιος πράγματα που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε ή να προσπεράσουμε, αλλά δυστυχώς δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την πραγματικότητα. Μέχρι χθες, η όποια πράξη κοινωνικής αλληλεγγύης είχε να κάνει (χωρίς καμία διάθεση υποτίμησης των λίγων, αλλά πάντως υπαρκτών εξαιρέσεων) είτε με «κοσμικές» εκδηλώσεις, συνοδευόμενες από αντίστοιχη προβολή των διοργανωτών τους, είτε με διάφορους «εξειδικευμένους» συλλόγους, που ενέτασσαν μέσα στη δράση τους και την προώθηση της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Από εκεί και πέρα, για τους περισσότερους από εμάς, η έννοια της κοινωνικής αλληλεγγύης αποτελούσε, στην καλύτερη περίπτωση, θέμα φιλοσοφικών συζητήσεων, μετά από ένα πλούσιο σε θερμίδες και χοληστερίνες γεύμα ή πίνοντας τη φραπεδιά μας σε κάποια παραλία, συνήθως κοσμοπολίτικου νησιού.
Όλα αυτά, μέχρι η κρίση να χτυπήσει άγρια την πόρτα μας. Μέχρι να συνειδητοποιήσουμε ότι το κοινωνικό status, που δήθεν αξίζαμε και είχαμε κατακτήσει, δεν ήταν παρά αντίστοιχο των πύργων από άμμο, που έφτιαχναν τα πιτσιρίκια στην παραλία που παραθερίζαμε.
Αλλά ακόμη και τότε, δεν κατακλυστήκαμε ξαφνικά από αισθήματα κοινωνικής αλληλεγγύης. Άντε, το πολύ πολύ, να μας κατέλαβαν αισθήματα ενοχής, που προσπαθήσαμε να διασκεδάσουμε ψωνίζοντας δύο σακούλες τροφίμων από τα σούπερ μάρκετ, για να τις στείλουμε στους άπορους ή ξεφορτώνοντας τις παραγεμισμένες ντουλάπες μας από κάποια ρούχα, που ούτως ή άλλως δεν τα φοράγαμε, για να τα στείλουμε σε κάποιους φτωχούς συμπατριώτες μας.
Αλλά ακόμη και σε οργανωμένη βάση, καταφέραμε να αναδείξουμε την κοινωνική αλληλεγγύη σε ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης και λαϊκισμού. Έτσι, η προσφορά κοινωνικών υπηρεσιών στους ασθενέστερους επιχειρήθηκε είτε να μπει στα στενά εθνικιστικά πλαίσια (χάρη στα «καλόπαιδα» της «Χρυσής Αυγής»), είτε να χρεωθεί σε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, με μεγαλύτερες ευαισθησίες από τους αντίστοιχους που συμμετέχουν στη «μνημονιακή κυβέρνηση».
Θέλουμε δεν θέλουμε, η κρίση δεν μας έκανε καλύτερους, ούτε μας έφερε πιο κοντά στον συνάνθρωπό μας. Αντιθέτως, ενίσχυσε τα εγωιστικά γονίδιά μας, πολλαπλασίασε τις διαχωριστικές γραμμές, αύξησε τα ρατσιστικά και άλλα αρνητικά αντανακλαστικά μας. Κι όσο περισσότερο βυθιζόμαστε σε αυτήν, τόσο θα βαθαίνουν και όσα μας χωρίζουν από τον διπλανό μας, μεγαλώνοντας την ανάγκη μας να ανακαλύψουμε εξιλαστήρια θύματα, για να τους φορτώσουμε τα κρίματά μας…
Η στήλη θα επιθυμούμε διακαώς όλα τα παραπάνω να αποτελούν απαισιοδοξίες, που στερούνται οποιουδήποτε λογικού υπόβαθρου. Να βρίσκονται εντελώς έξω από τη νοοτροπία του νεοέλληνα, ο οποίος τελικώς να αποδείξει ότι διαθέτει ψυχικά αποθέματα και μπορεί ακόμη να μεγαλουργήσει σε στιγμές εθνικής κρίσης.
Ωστόσο, το άτυπο ρεπορτάζ, σε γειτονιές, δρόμους, τόπους κοινωνικής συνάθροισης και όπου αλλού εκδηλώνεται η καθημερινότητα, δείχνει άλλα πράγματα. Και σε αυτή την περίπτωση μπορεί να συμβαίνει ένα από τα δύο˙ είτε το ρεπορτάζ δεν είναι έγκυρο, είτε οι ειδήσεις δεν είναι καλές…






































































































