Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, η εκκλησία είναι ο θεσμός που εμπιστεύονται οι περισσότεροι Έλληνες, σε ποσοστό περίπου 70%.
Του Κοινωνιολόγου Γιώργου Σταυράκη
– Αυτό το ποσοστό δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό, άλλωστε, αν λάβουμε υπόψη, την ιστορία του γένους, όταν η ορθοδοξία ήταν συνώνυμη με τον ελληνισμό και κανείς δεν ένιωθε Έλληνας χωρίς να είναι ορθόδοξος στο θρήσκευμα. Ας θυμηθούμε τον Ελληνισμό του Εύξεινου Πόντου όταν τα χρόνια της τουρκικής θηριωδίας με τη μεθοδευμένη γενοκτονία, οι Πόντιοι, μπροστά στην απειλή της εξόντωσης πρώτα δήλωναν πως είναι χριστιανοί ορθόδοξοι και ύστερα ότι είναι Έλληνες. Ήταν, δε, τόσο βαθιά ριζωμένο το θρήσκευμα στις συνειδήσεις τους, που ενώ υποχρεωτικά (βίαια) έπρεπε ο ενταφιασμός χριστιανού να γίνεται σε μουσουλμανικό κοιμητήριο, τη νύχτα οι Έλληνες του Πόντου «έκλεβαν» το νεκρό για να τον ενταφιάσουν σε χριστιανικό. Αυτή λοιπόν τη δύναμη η Εκκλησία σήμερα δείχνει να την αγνοεί προτιμώντας την πεπατημένη που της εξασφαλίζει διαχρονία. Έχει επιλέξει, φαίνεται, «αμυντική στάση απέναντι στους πολέμιους» χωρίς τη βούληση να παρέμβει καινοτομικά στα μεγάλα και επίκαιρα που ταλανίζουν τη συνοχή της κοινωνίας την οποία ποιμαίνουν. Αν η ηγεσία της Εκκλησίας γνώριζε ότι κάθεται στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου πολύ μεγάλου κυβισμού, χωρίς όμως να συνειδητοποιεί τη μεγάλη δύναμη του κινητήρα κάτω από το καπό, θα μπορούσε, σε ένα βαθμό, να συνεγείρει και να επαναφέρει στην τάξη πολλά από τα κακώς κείμενα της κοινωνίας μας. Ο εφησυχασμός (αν πρόκειται για κάτι τέτοιο) μοιάζει με τη στάση των Βυζαντινών με τα γνωστό αποτέλεσμα το 1453. Η εκκλησία, ως ένας από τους πυλώνες της κοινωνίας μας, ως κεντρικός παράγοντας των ανθρωπο – αξιακών εξελίξεων στην Ελλάδα επηρεάζει βαθύτατα πρόσωπα και καταστάσεις, ας μην το αγνοούμε αυτό. Μολαταύτα με την πάροδο του χρόνου γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η Εκκλησία έχασε (χάνει) μεγάλο κομμάτι από το ρόλο της να διεκδικεί επιτυχώς ό,τι της αναλογεί ως ένας από τους κεντρικούς πυλώνες της κοινωνίας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι και οι άλλοι (πολιτική – δικαιοσύνη – επιστήμες) τα πάνε πολύ καλύτερα. Πρώτον διότι για την Εκκλησία έχουν εκλείψει οι ιστορικοί λόγοι που της το επέβαλαν, και δεύτερον γιατί ο Ελληνισμός σήμερα αποκτά πολυπολιτισμική κουλτούρα που εκ των πραγμάτων είναι ευρύτερη από αυτό που σηματοδοτεί η Εκκλησιαστική παράδοση. Άλλωστε, και οι ίδιοι οι Έλληνες έχουμε αλλάξει.
Υπολογίζεται ότι μόλις το 30% του πληθυσμού εκκλησιάζεται δύο φορές το μήνα, ενώ το 80% από αυτούς είναι ηλικιωμένα άτομα. Ο εκκλησιασμός για τους πολλούς είναι μια ακόμα κοινωνική εκδήλωση, ένα χάπενινγκ όπως όλα τα άλλα. Μετά το πέρας της Θ. λειτουργίας τίποτα δεν αλλάζει στις ψυχές των εκκλησιαζόμενων. Η αγάπη και η λατρεία που εκπέμπει ο θείος λόγος είναι για τους περισσότερους ξένος τόπος εξ αιτίας της αέναης επανάληψης και της απουσίας αμφίδρομης επικοινωνίας. Ακόμα και όσοι δεν παραλείπουν τον εκκλησιασμό κοινωνικά δεν διαφέρουν πολύ από εκείνους που δεν εκκλησιάζονται καθόλου.
– Κάποιοι άλλοι, με σύντομες διαδικασίες, επιζητούν αυτόματη αυτοδικαίωση για τον εαυτό τους εξαγοράζοντας το εισιτήριο για μια καλή θέση, επειδή κάνουν μεγάλα τάματα, ακόμα και ολόκληρες περιουσίες, ενώ ο πρότερος βίος δεν ήταν καθόλου χριστιανικός. Το ιερατείο σε αυτές τις περιπτώσεις (είναι πολλές) δίνει (έδινε) απλόχερα συγχώρεση αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι με το χρήμα, εμμέσως πλην σαφώς, εξαγοράζεται η εύνοια του Θεού. Οι ποιμένες μας δεν δείχνουν διάθεση για καινοτομία. Μέσα και έξω από την εκκλησία, δεν τα καταφέρνουν, όσο θα μπορούσαν, στην τέχνη της αμφίδρομης επικοινωνίας στα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Τα αίτια του «διαζυγίου» με την εκκλησία της μεγαλύτερης μερίδας του ελληνισμού είναι πολλά και απαιτούν επιστημονική ανάλυση σε μεγάλο θεοσοφικό και κοινωνικό – ιστορικό βάθος. Δεν είναι ευχάριστο ωστόσο, να πούμε ότι τα τελευταία χρόνια οι ποιμένες μιας απαξιώνονται από μία σειρά οικονομικά και σεξουαλικά σκάνδαλα, ενώ ένας μητροπολίτης βρέθηκε στη φυλακή. Αυτό βεβαίως, δεν αναιρεί το σημαντικό έργο της Εκκλησίας ιδιαίτερα τώρα με την μεγάλη οικονομική κρίση. Και ούτε βέβαια πρέπει ποτέ να γίνονται στερεότυπα οι πράξεις των ολίγων σε βάρος του συνόλου.
– Η αδυναμία μεγάλου μέρους του ιερατείου να συλλάβει, σε όλο τους το φάσμα τις παγκόσμιες εξελίξεις και τα κοινωνικά ρεύματα, θέλω να πιστεύω πως είναι ακούσια. Η ανθρωπότητα τα τελευταία 30 – 40 χρόνια έχει πραγματοποιήσει άλματα στον τρόπο σκέψης και τα μοντέλα ζωής. Βεβαίως πολλά από αυτά τα άλματα προόδου, με ή χωρίς εισαγωγικά μπορεί να μην είναι τα καλύτερα. Και εδώ βρίσκεται ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων της εκκλησίας.
Οι πνευματικοί πατέρες, πιστεύω, δεν θα έπρεπε να επιμένουν σε δογματικές θέσεις επειδή αυτές πηγάζουν από τα πατερικά κείμενα γραμμένα πολλούς αιώνες πριν. Η θρησκεία (όποια θρησκεία) είναι πάνω από όλα πράξη. Ο αληθινός χριστιανός δεν μεριμνά μόνο για τον εαυτό του ατομοκεντρικά. Σκέφτεται, προσεύχεται και κάνει έργο το σεβασμό, την αλληλεγγύη, την αγάπη για όλου τους ανθρώπους.
Φίλοι μου αναγνώστες μιλήσαμε στην αρχή για τους τρεις μεγάλους πυλώνες (πολιτική, επιστήμονες, θρησκεύματα) πάνω στα οποία πρέπει να στηρίζονται οι άνθρωποι. Θεωρώ πολύ χρήσιμο εδώ να προσθέσουμε μια μνημειώδη ρήση του Albert Einstein,όταν ρωτήθηκε για τα θρησκεύματα. Είπε: «Επιστήμη χωρίς πίστη στο Θεό είναι παράλυτη, αλλά και η Θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή».
– Οι επιστήμες, η γλώσσα και τα θρησκεύματα είναι «ζωντανοί Οργανισμοί» εξελίσσονται και προσαρμόζονται ύστερα από έρευνα και τις ανάγκες της κοινωνίας εις την οποία απευθύνονται. Δεν θα έβλαπτε και στο χώρο του ιερατείου η αυτοκριτική.
Όσο η επιστημονική και η θεοσοφική γνώση, για εγωιστικούς λόγους, περιχαρακώνεται γύρω από τον εαυτό της (λειτουργεί αυτιστικά θα λέγαμε) δεν μπορεί να δώσει το μέγιστο της προσφοράς προς την κοινωνία. Σύμφωνα με τη ρήση του Αϊνστάιν οι ηγέτες της χριστιανικής πίστης πρέπει να ανταλλάσουν απόψεις με την ανθρωποκοινωνική επιστήμη, την κοινωνιολογία και να γίνεται αμοιβαίος συγκερασμός θέσεων και απόψεων επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου, δηλαδή της ανθρωπότητας. Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, στις κοινωνίες τα πάντα ρει, και αυτό πρέπει να λειτουργεί ως γνώμονας και για το ιερατείο.
– Η πνευματική καλλιέργεια του λαού μας αντί να εμπλουτίζεται με νέα πνευματική και θεοσοφική αναβάθμιση είναι πλέον κοινή διαπίστωση πως παρατηρείται βαθιά οπισθοδρόμηση και μεγάλη έκπτωση ηθών και αξιών.





































































































