Γράφει ο Γιάννης Μπεθάνης – Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 21/02/2026
Εμφανίζονται ξαφνικά σαν κάλεσμα της ιστορίας και ενσάρκωσή της οι ανατριχιαστικές φωτογραφίες της εκτέλεσης από τους ναζί κατακτητές των 200 αντιστασιακών του σκοπευτηρίου της Καισαριανής.
Η πρώτη εντύπωση, λένε, είναι αυτή που μετράει: αν είσαι άνθρωπος δεν μπορεί να μη συγκινείσαι από τα πρόσωπα, τη στάση του σώματος, τα βλέμματα ανθρώπων που οδεύουν προς τον θάνατό τους δίχως να «σπάνε», αποφασισμένοι για τη μοίρα τους και πιστοί μέχρι τέλους σε όσα πίστευαν. Το μήνυμα παραείναι ισχυρό για να μη σε «ταρακουνήσει». Άλλωστε μέσα στους αιώνες έχουν θυσιαστεί εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές σε αυτόν τον τόπο, αντιτασσόμενοι σε όποιον επιχειρεί να «σκοτώσει» την ελευθερία. Όλοι αντίκρυσαν τον θάνατο ή τη δίωξή τους με αξιοπρέπεια. Και δεν είχαν όλοι ίδιο ιδεολογικό πρόσημο.
Όμως… Είμαστε στην Ελλάδα. Στη χώρα του διπολισμού. Πολιτικού και ψυχικού. Τι ζούμε από τη στιγμή που πέρασε το πρώτο «σοκ και δέος» από τη δημοσίευση των ιστορικών φωτογραφιών;
Ζούμε την «αριστερή» πλευρά να σπαράσσεται από εσωτερικές διαμάχες για πολλοστή φορά. «Δεν ήταν -λέει- και οι 200 κομμουνιστές του ΚΚΕ και κακώς προσπαθεί να τους “καρπωθεί” όλους το κόμμα, καθώς -λέει- καμιά 15αριά από αυτούς ανήκαν σε άλλες αριστερές οργανώσεις»…
Ζούμε την ακροδεξιά – φασίζουσα πλευρά να σπεύδει μέσα σε ελάχιστες ώρες να βανδαλίσει το μνημείο των 200 στον Δήμο Καισαριανής, στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα που εξακολουθεί να μαστίζει αυτόν τον τόπο όσα χρόνια κι αν περάσουν: «Ο εμφύλιος ζει και βασιλεύει και έχει και πυκνό μαύρο χρώμα».
Ζούμε (κάποιους μεν, αλλά όχι και λίγους) ανθρώπους που δηλώνουν (αποκλειστικά και μόνο) «κομμουνιστές» ή «αριστεροί», να αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν τον όρο «Έλληνας» για τους εκτελεσθέντες και να κατατάσσουν συλλήβδην όσους δεν ασπάζονται την όποια ιδεολογία τους ως «γερμανοτσολιάδες», «δωσίλογους» και «προδότες». Κι από την άλλη, κάποιους «σκληρά δεξιούς» να καταλογίζουν επίσης συλλήβδην εμφυλιακά εγκλήματα στους «αριστερούς» και τους «κομμουνιστές».
Ζούμε επίσης τον παραλογισμό των social media, όπου οι ιστορικές αυτές φωτογραφίες μετατρέπονται σε έγχρωμες, γίνονται βίντεο που παρουσιάζουν μέσω A.I. τους εκτελεσθέντες να αποκτούν… κίνηση και άλλες «ευφάνταστες» παρεμβάσεις, δίχως κανέναν σεβασμό ούτε στο πρωτογενές φωτογραφικό υλικό που έχει αποτυπώσει μέσα του όλα όσα νοιώθουμε όταν το αντικρίζουμε, αλλά ούτε και στη μνήμη των ίδιων των νεκρών.
Μια χώρα απόλυτου παραλογισμού, αμετροέπειας, έλλειψης παιδείας και σεβασμού και πάνω απ’ όλα ατέρμονου διχασμού. Που δεν δείχνει να είναι πλέον σε θέση ούτε καν να αποτιμήσει σωστά και σοφά την αξία και τα μηνύματα των συγκεκριμένων φωτογραφιών, επειδή «βράζει στο ζουμί της».
Υπάρχει και κάτι θετικό σε όλο αυτό; Ασφαλώς. Η κινητοποίηση που υπήρξε από την πρώτη στιγμή προκειμένου ο ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης συλλογής να «παγώσει» την πώλησή της στο διαδίκτυο. Οι φωτογραφίες αυτές συνιστούν συγκλονιστικά ντοκουμέντα μιας σκοτεινής για την ανθρωπότητα εποχής και μπορούν να αποτελέσουν σημείο συζήτησης και εξαγωγής πολύτιμων ιστορικών συμπερασμάτων, πέρα από τον πανίσχυρο συμβολισμό τους. Και οφείλουν να έρθουν στα χέρια της ελληνικής Πολιτείας από το να περιφέρονται σε συρτάρια και λευκώματα ιδιωτών συλλεκτών.
Έτσι πρέπει να λειτουργεί ένα οργανωμένο και σοβαρό κράτος. Αναγνωρίζοντας ότι όλοι οι άνθρωποί του, είτε με θετικό είτε με αρνητικό τρόπο, αποτελούν κομμάτια της ιστορίας του και μπορούν να μας διδάξουν και να μας κάνουν να σκεφτούμε ορισμένα πράγματα υπό άλλο πρίσμα…







































































































