Οι «πράσινοι» είχαν πάρα πολλά μαζεμένα στον φερόμενο ως υπό δυσμένοια, πρώην υπουργό Εσωτερικών και «αντ’ αυτού» και νυν υπουργό Μεταφορών, Γιάννη Ραγκούση. Το μπάχαλο με την απελευθέρωση της αγοράς ταξί τούς έδωσε μια μοναδική ευκαιρία εκτόνωσης, προς τον «αλαζόνα εξωκοινοβουλευτικό». Μόνο που αυτό το «μπάχαλο» φαίνεται να καταλήγει στην «ισχυροποίηση» του Γιάννη Ραγκούση στο πρωθυπουργικό περιβάλλον.
Πέρα από το αν υποβόσκει κόντρα με τον πρώην Μεταφορών, Δημήτρη Ρέππα, που ήδη εγκαλείται από τους «εμπειρογνώμονες» της Ε.Ε., πως ουσιαστικά ουδέποτε άνοιξε με τις ρυθμίσεις του και τα «μεταβατικά στάδια – μαμούθ» την αγορά δημοσίων μεταφορών -παράδειγμα που επικαλέστηκε και η ίδια η… Ανγκέλα Μέρκελ, για να δείξει πως οι Έλληνες ουσιαστικά δεν προχωρούν σε μεταρρυθμίσεις και χάνουν πολύτιμο χρόνο, άρα επείγει να τους δοθεί «τεχνική βοήθεια» για την απελευθέρωση των αγορών και να εγκατασταθούν ευρωπαίοι «τεχνοκράτες» σε όλα τα υπουργεία-, η ουσία είναι πως οι υπουργοί που πήραν τοις μετρητοίς το Μνημόνιο και προσπάθησαν να το εφαρμόσουν με σχετική ακρίβεια στον τομέα ευθύνης τους, δεν υπερβαίνουν τους πέντε όλους κι όλους.
Και η απελευθέρωση των αγορών έχει τη δική της ιδιαίτερη σημασία, με δεδομένη τη διαρκή υποτίμηση των μισθών και τη ραγδαία επιδείνωση του «λαϊκού εισοδήματος». Οι τιμές, τα κόστη, πρέπει αντιστοίχως να «συμπιεστούν» παντού, ώστε να μην υποστούν μονομερώς καθίζηση τα συνήθη «υποζύγια», οι μισθωτοί του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
Οι κραυγές κατά Ραγκούση στην ΚΤΕ Μεταφορών του ΠΑΣΟΚ, όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, υπήρξε προσέλευση – ρεκόρ 70 «πράσινων» βουλευτών, η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε, τύπου Τόνιας Αντωνίου, «παραδέξου ότι έχεις κάνει λάθος», αλλά και η κατάρριψη του (εύλογου, πλην ανυπόστατου) επιχειρήματος, «να απελευθερώσουμε την αγορά όπως κάνουν στην Ευρώπη», όπου κάθε χώρα από τις 27 κάνει το δικό της «παιχνίδι» στη συγκεκριμένη αγορά, μια και τα ταξί αποτελούν κομμάτι των δημόσιων μεταφορών, και οι άδειές τους δημόσια περιουσία και όχι ατομική, με υψηλότατο «καπέλο», από «μαύρο χρήμα», με τη μεταπώληση – μεταβίβαση από ιδιώτη σε ιδιώτη, δείχνει εν μέρει και τη βαθιά νοσηρότητα του πολιτικού συστήματος, ως προστάτη «επαγγελματικών» ομάδων. Πιθανότατα οι ταξιτζήδες να έχουν πολλά δίκια με το μέρος τους -όπως δίκιο έχουν όλοι αυτοί που είδαν εν μία νυκτί το εισόδημά τους να πετσοκόβεται. Πλην όμως, το «σύστημα» «οι άδειες είναι δικές μας, κανείς δεν μπορεί να μας τις πάρει, κανείς δεν μπορεί να ρίξει την αξία τους» -ως και 200.000 ευρώ κοστίζει μόνον η άδεια στην «παραοικονομία» των «ειδικευμένων» στο άθλημα μαντρών, μαθηματικά οδηγεί σε «ηρωικά αδιέξοδα» και «γιουρούσια» χωρίς αποτέλεσμα. Η… υπαλληλική μισθοσυντήρητη «κοινή γνώμη», όλο και πιο εχθρική, αναρωτιέται, γιατί γίνεται τέτοιος «χαμός» για ένα επάγγελμα που κατά μέσο όρο αποδίδει ετησίως (με βάση τις φορολογικές δηλώσεις των ιδιοκτητών ταξί), μόλις περίπου 9.500 εισόδημα – λιγότερα δηλαδή απ’ όσα βγάζει ένας υπάλληλος σούπερ μάρκετ, που παίρνει το βασικό μισθό συν το οικογενειακό επίδομα…







































































































