Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή
Και σήµερα, όπως τότε, χάραξε µοναξιά.
Λυσσοµανά ο αγέρας στη βροχή υποταγή,
χιονίζει ερήµωση.
Μπερδεύεται ο φθόνος στης µνήµης την υγρή οµίχλη
και η γη ένας αδιάφορος λασπότοπος οργής
γλιστρά στα δάκρυα τ ‘ ουρανού και χάνεται.
Σβήνει στο δρόµο του πατηµασιές αθώων,
και γράφει µε το αίµα τους τα λόγια του θανάτου.
Τ’ αφήνει πίσω οργισµένος… Και προχωρά.
Οι Νεότουρκοι αγέρωχοι καλπάζουν
µες την καρδιά του Πόντου,
παρακάτω, σε όλα τ’ ανυποψίαστα χωριά.
Καταπίνουν βαριές ανασαµιές, πνοές ανέλπιδες,
και συνεχίζουν τον άγριο καλπασµό
στη σκοτεινή απεραντοσύνη.
Θεριεύουν οι κατακτητές, αχόρταγοι και ακούραστοι,
µε το δρεπάνι του θανάτου υψωµένο να θερίζει ζωές,
νέους τροµαγµένους,
άπειρους στου χαλασµού το µαύρο θέατρο.
Θαρρείς πως τρύπησε ο ουρανός
και σκόρπισε φωτιά!
Ο κόσµος άδειασε και χάθηκε, κρύφτηκε στα βουνά,
και οι ανθόσπαρτες αυλές του Πόντου,
τα πλούσια περιβόλια,
και τ’ αρχοντικά της οµορφιάς… σώπασαν ξαφνικά.
Τρέχουν αλαφιασµένοι άνθρωποι,
µε το θάρρος κοµµένο στα γόνατα,
και µάνες Παναγιές µε βυζανιάρικα µωρά στην αγκαλιά.
Πασχίζουν να τα γλιτώσουν µε της καρδιάς το αίµα,
χορταίνοντας τα ουρλιαχτά της πείνας και της δίψας τους
µε τα γλυκόλογα του τέλους, γιατί ξέρουν καλά,
ότι το νήµα της σύντοµης ζωής τους απόψε θα κοπεί…
Πίσω τους µε απόκοσµες πνιχτές κραυγές,
εχθροί που επιβουλεύονται ψυχές
κι αίµα ζεστό, ακολουθούν
εκτοπίζουν, και οδηγούν πορείες
του θανάτου στην έρηµο.
Πνίγουν, βασανίζουν, βιάζουν και σκοτώνουν.
Και ο πόνος µάρτυρας βουβός.
Παντού πλανιέται θρήνος.
Της ελπίδας τα φτερά σπασµένα.
Σέρνεται η ζωή σε µια ακόµα δρασκελιά γεµάτη αίµα.
Σε έναν κόσµο γκρίζας ασχήµιας
που πάλλεται αδιάκοπα.
Σε έναν κόσµο πυρετικά χυδαίο και απάνθρωπο.
Πώς να διαγράψουµε απ’ το «είναι µας» το βαθύτερο
εικόνες φρίκης που έχουν
για σηµάδι οι Πόντιοι αδελφοί µας;
Πώς χίλιοι κόσµοι που «µέσα µας» συγκρούονται να σιγήσουν;
Πώς να κάνουµε ψυχρή αποτίµηση για αµέτρητες ψυχές
που άδικα φτερούγισαν µ’ ένα δάκρυ
κρύσταλλο στο µάγουλο;
Πώς να τις ξεπεράσουµε στο «σήµερα»
και να τις προσπεράσουµε;
Γιατί το άθλιο έγκληµα στους Έλληνες του Πόντου
να δροµίζει αδίκαστο στα επόµενα χρόνια σιωπής;
Ούτε σήµερα, ούτε αύριο, ούτε σε άλλους αιώνες
κανείς δε θα µπορέσει να σβήσει
τόσες πράξεις απάνθρωπες.
Τόσες πράξεις που πληµµυρίζουν µίσος και έχθρα;
Πάντα θα λάµπει ένα ανέσπερο ΦΩΣ που θα θυµίζει:
Φωνές που βάναυσα σίγησαν,
µατωµένα κορµιά που χαθήκαν
και αθώες ψυχούλες που ταξίδεψαν
στον ουρανό αδικαίωτες!
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η «ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ» για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, εορτάζεται κάθε χρόνο την 19η Μαΐου.
Η ηµεροµηνία αυτή καθιερώθηκε το 1994 από τη Βουλή των Ελλήνων, για να τιµηθεί η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ 353.000 ΠΟΝΤΙΩΝ που εξοντώθηκαν από το καθεστώς των Νεοτούρκων.
Η ηµεροµηνία αυτή επιλέχτηκε, επειδή σηµατοδοτεί την επίθεση του Μουσταφά Κεµάλ στη Σαµψούντα, από την οποία ξεκίνησε τη δεύτερη και πιο σκληρή φάση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.






































































































