Γράφει ο Γιώργος Τσούκας
Εκπαιδευτικός – συγγραφέας
Υπάρχουν στιγμές όπου μια κοινωνία δεν μπορεί πια να κρύβεται πίσω από δυσανάγνωστες στατιστικές, από ανίσχυρες επιτροπές, από ανούσια ευχολόγια και ψευδεπίγραφες εκθέσεις προόδου.
Υπάρχουν γεγονότα που δεν επιδέχονται εύκολες εξηγήσεις. Δεν χωρούν σε δελτία ειδήσεων των τριών λεπτών. Δεν αντέχουν τη ρηχότητα των κοινωνικών δικτύων. Η αυτοκτονία ενός παιδιού ή ενός εφήβου είναι ένα τέτοιο γεγονός. Είναι ένα σκοτάδι που πέφτει πάνω σε όλους: στην οικογένεια, στο σχολείο, στην κοινότητα, στους θεσμούς, στην πολιτεία, στον πολιτισμό μας.
Η εφηβική αυτοκτονία δεν έχει ποτέ μία και μοναδική αιτία. Δεν εξηγείται απλοϊκά με μια κακή βαθμολογία, έναν οδυνηρό χωρισμό, έναν συγκυριακό καβγά, μια απρόβλεπτη αποτυχία, ένα διαδικτυακό χλευασμό ή μια οικογενειακή σύγκρουση. Αυτά μπορεί να είναι η αφορμή. Όχι όμως το βάθος του τραύματος. Πίσω από την τελική πράξη συχνά υπάρχουν συσσωρευμένες πιέσεις, σιωπηλές απελπισίες, ψυχικός πόνος, μοναξιά, αίσθηση αδιεξόδου, έλλειψη υποστήριξης, φόβος, ντροπή, διαρκής σύγκριση, απουσία νοήματος. Και πίσω από όλα αυτά υπάρχουν δομές, νοοτροπίες, θεσμοί, οικογενειακές δυναμικές και κοινωνικές απαιτήσεις που συχνά ζητούν από τα παιδιά να είναι «τέλεια», ενώ δεν τους επιτρέπουν να είναι ανθρώπινα.
Όταν ένα παιδί φτάνει να πιστέψει ότι η ζωή του τελειώνει πριν ακόμη αρχίσει, δεν έχουμε μπροστά μας ένα «ατομικό περιστατικό», αλλά ένα συλλογικό ναυάγιο. Η εφηβική αυτοκτονικότητα δεν είναι μια σκοτεινή εξαίρεση που αφορά μόνο μια οικογένεια, ένα σχολείο ή έναν ψυχολόγο. Είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που συχνά απαιτεί από τα παιδιά να αντέχουν περισσότερα απ’ όσα τους έμαθε να διαχειρίζονται. Πίσω από κάθε τέτοια τραγωδία υπάρχει μια αλυσίδα σιωπών: προσωπικών, οικογενειακών, σχολικών, κοινωνικών. Και κάθε σιωπή, όταν παρατείνεται, γίνεται συνενοχή.
Το παιδί του σήμερα μεγαλώνει σε έναν κόσμο αντιφατικό: Του λέμε ότι είναι ελεύθερο, αλλά το παγιδεύουμε σε διαρκείς αξιολογήσεις. Του μιλάμε για όνειρα, αλλά του παρουσιάζουμε ένα μέλλον στενό, αβέβαιο, ανταγωνιστικό. Του ζητάμε να είναι άριστο, κοινωνικό, ώριμο, επιτυχημένο, ανθεκτικό, ενώ συχνά δεν του επιτρέπουμε να είναι απλώς παιδί. Ύστερα, απορούμε που είναι φοβισμένο, δεν καταλαβαίνουμε γιατί είναι μπερδεμένο, δεν το δικαιολογούμε που είναι κουρασμένο και δεν το αντιμετωπίζουμε σαν ένα παιδί που μοιάζει διαφορετικό.
Η αποτυχία στις εξετάσεις, η απόρριψη από τους συνομηλίκους, η οικογενειακή πίεση, η μοναξιά, ο σχολικός εκφοβισμός, η οικονομική ανασφάλεια, η εικόνα του «τέλειου εαυτού» στα κοινωνικά δίκτυα, όλα μπορούν να ενωθούν σε ένα ασφυκτικό πλέγμα. Εκεί όπου οι μεγάλοι βλέπουν «μια δύσκολη φάση», ο έφηβος μπορεί να βιώνει το τέλος του κόσμου.
Η οικογένεια, συχνά χωρίς κακή πρόθεση, γίνεται πεδίο προσδοκιών και όχι καταφύγιο. Γονείς εξαντλημένοι από την καθημερινότητα, φοβισμένοι για το μέλλον των παιδιών τους, μετατρέπουν την αγωνία τους σε πίεση. Άλλοτε συγκρίνουν, άλλοτε απαιτούν, άλλοτε σιωπούν. Δεν ακούν πάντα το ανείπωτο: την αλλαγή στη συμπεριφορά, την απόσυρση, την απότομη θλίψη, την απελπισία που κρύβεται πίσω από ένα «δεν είμαι καλά». Οι «ανύποπτοι» γονείς δεν είναι απαραίτητα αδιάφοροι. Είναι συχνά ανεπαρκώς προετοιμασμένοι για τις νέες μορφές πόνου. Όμως η άγνοια δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι.
Το σχολείο, από την πλευρά του, εξακολουθεί να λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως μηχανισμός επίδοσης. Μετρά βαθμούς, απουσίες, επιτυχίες, εισαγωγές, αλλά δυσκολεύεται να μετρήσει την ψυχική αντοχή, τη μοναξιά, την απόγνωση. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αντιμετωπίζει τον μαθητή κυρίως ως υποψήφιο και όχι ως άνθρωπο, είναι βαθιά προβληματικό. Η γνώση χωρίς φροντίδα γίνεται ψυχρή διαδικασία. Η πειθαρχία χωρίς διάλογο γίνεται καταστολή. Η αριστεία χωρίς συμπερίληψη γίνεται βία μεταμφιεσμένη σε ιδανικό.
Και πέρα από την οικογένεια και το σχολείο υπάρχει η κοινωνία: μια κοινωνία που χειροκροτεί την επιτυχία αλλά περιφρονεί την ευαλωτότητα. Που καταγγέλλει την κατάθλιψη όταν είναι αργά, αλλά στιγματίζει την ψυχική δυσκολία όταν ζητά βοήθεια. Που μιλά για τα παιδιά ως «μέλλον», ενώ συχνά δεν τους προσφέρει παρόν. Οι θεσμοί, οι δήμοι, οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας, τα μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικές ηγεσίες έχουν ευθύνη. Δεν αρκούν οι δηλώσεις οδύνης μετά την τραγωδία. Χρειάζονται δομές πρόληψης, σχολικοί ψυχολόγοι, εκπαιδευμένοι καθηγητές, ανοιχτές γραμμές υποστήριξης, ουσιαστική συνεργασία σχολείου-οικογένειας, προγράμματα κατά του εκφοβισμού, εκπαίδευση στη συναισθηματική νοημοσύνη, αποστιγματισμός της ψυχοθεραπείας και εύκολη πρόσβαση σε ειδικούς.
Οι καιροί μας είναι «ύποπτοι» γιατί παρουσιάζουν την πίεση ως φυσιολογικότητα και την εξουθένωση ως τίμημα της προόδου. Είναι ύποπτοι γιατί πείθουν τα παιδιά ότι η αξία τους εξαρτάται από επιδόσεις, αποδοχή, εικόνα, παραγωγικότητα. Γι’ αυτό οι μεγάλοι οφείλουν να ξαναμάθουν την ευθύνη τους: όχι ως έλεγχο, αλλά ως παρουσία. Όχι ως κήρυγμα, αλλά ως ακρόαση. Όχι ως πανικό, αλλά ως σταθερή αγάπη. Το παιδί που πονά δεν χρειάζεται πρώτα συμβουλές. Χρειάζεται να νιώσει ότι δεν είναι βάρος, ότι δεν είναι μόνο, ότι υπάρχει δρόμος ακόμη κι όταν το ίδιο δεν τον βλέπει.
Η πραγματική πρόοδος μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από τους δείκτες ανάπτυξης, αλλά από το αν οι πιο ευάλωτοι μπορούν να ζήσουν με αξιοπρέπεια και ελπίδα. Αν ένα παιδί χάνεται μέσα στην απελπισία, τότε κάτι έχουμε χτίσει λάθος. Και αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά για πρόληψη, πρέπει να πάψουμε να ρωτάμε μόνο «τι έπαθε το παιδί;» και να αρχίσουμε να ρωτάμε: «τι είδους κόσμο τού παραδώσαμε;»







































































































