Γράφει ο Νίκος Γ. Μοσχονάς
Ιστορικός, ομότ. διευθυντής Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
Tον Μάιο του 2009 ο Δημήτρης Αρμακόλας οργάνωνε τη συνεστίαση των «Φίλων Μουσείου Αρμακόλα» σε εστιατόριο του Μαρουσιού. Είχε προγραμματιστεί για την Κυριακή, 17 Μαΐου. Σκόπευε μάλιστα να προσφέρει με κλήρωση ένα μικρό έργο του στους συνδαιτημόνες.
Το απόγευμα της Παρασκευής κατέβηκε στο εργαστήριό του, στην οδό Σμολένσκη, και θέλησε να επεξεργαστεί αυτό το γλυπτό του. Εκεί τον παραμόνευε ο θάνατος. Η συνεστίαση δεν έγινε, όπως δεν έγινε και το Μουσείο Αρμακόλα που είχε ονειρευτεί ο σπουδαίος αυτός εικαστικός καλλιτέχνης. Στη μνήμη του αφιερώνεται αυτό το μικρό κείμενο.
Συνήθως, βλέποντας το έργο τέχνης περιοριζόμαστε στην αισθητική πλευρά. Στο αισθητικό αποτέλεσμα. Λιγότερο κινεί το ενδιαφέρον του θεατή το υλικό και η τεχνική που εφαρμόζει ο καλλιτέχνης για να μεταπλάσσει την ύλη σε μορφή με εσωτερική πνοή. Παρακάμπτεται η διαδικασία της δημιουργίας που πέρα από την έμπνευση προϋποθέτει μέσα, επιλογή υλικών, σωματικό μόχθο, πάλεμα με την ύλη για την επίτευξη του οράματος.

Ο Αρμακόλας (γεννήθηκε το 1939 από Τηνιακό πατέρα και μητέρα με καταγωγή από τη Λέσβο) είναι καλλιτέχνης επιλεκτικά γήινος. Ενδιαφέρεται για το ανθρώπινο σώμα, την πλαστικότητα, την κίνηση, τη δυναμική του. Αλλά ταυτόχρονα για την πνοή που εμψυχώνει το σώμα, για το εσωτερικό του φως.
Στα πρώτα του έργα κυριαρχείται από τη διονυσιακή πρόθεση, καθώς διαπλάσσει το αισθητικό του ιδίωμα. Η αρχαία ελληνική μυθολογία τού έδινε το έναυσμα. Προβληματίζεται με τη μορφολογία των συνθέσεων, επιδιώκοντας πολυμορφία στην υφή της γλυπτής επιφάνειας, αντιπαράθεση και συνδιαλλαγή λείων και τραχέων επιφανειών.
Παράλληλα φορτίζει τη γλυπτική του απολλώνια έκλαμψη. Ο Ήλιος και η Σελήνη, ως παράθεση αντιθετικών συζεύξεων, αποβαίνουν προσφιλή εικονογραφικά θέματα. Η ανάδυση του φωτός μέσα στο έρεβος, η γονιμοποιός συνομιλία ουρανού και γης, αρσενικού και θηλυκού, η αλληλουχία αντιθέσεων εκφράζονται με τις σκληρές δομές των αδρά επεξεργασμένων όγκων που απαλύνονται από τις κυματιστές επιφάνειες που δημιουργούν πτυχώσεις οθονίων.

Συχνά τα περίοπτα έργα του αναδύονται από σφαιρική βάση που κάποτε συμπιέζεται από υπερκείμενο βάρος, δημιουργώντας την αίσθηση ευαίσθητης ισορροπίας. Το μυθολογικό στοιχείο εκδηλώνεται ανθρωπομορφικά με ένα ιδιότυπο αισθησιασμό, εκφρασμένο με την προβολή του γυμνού σώματος που το διακόπτουν με βιαιότητα σκληρά στοιχεία, άμορφοι όγκοι ή καλλίγραμμα πτυχωτά οθόνια.
Το ανθρώπινο σώμα εικονίζεται με περιγραφική ακρίβεια αλλά αποσπασματικά, ως έκφραση της πάλης της μορφής με το χαώδες κενό. Τα σώματα διακόπτονται καθιστώντας τον θεατή παρόντα στη διαδικασία της γένεσης της μορφής, παρέχοντας τη δυνατότητα συμμετοχής στην ολοκλήρωση της εικόνας.
Ο ερωτισμός που εκπέμπουν οι στάσεις των έξοχα επεξεργασμένων μορφών εξιδανικεύεται από την αισθητική ωραιότητα που αντανακλά καταστάσεις εσωτερικής πληρότητας. Οι λείες και στιλπνές επιφάνειες προβάλλουν από τη μάζα της ύλης και προκαλούν τον θεατή να τις απελευθερώσει με τη δική του συναισθηματική και νοητική διεργασία, αποσύροντας το υλικό βάρος ή διαγράφοντας το κενό που καλύπτει τα μη ορατά ακόμη μέλη. Ραδινές, με δυναμικές εντάσεις, οι μορφές αποτινάζουν τους βάναυσους όγκους της ύλης, συμπορεύονται με το φως κατανικώντας τη βαρβαρότητα της αμορφίας. Η γλυπτική αποβαίνει το μέσο της απελευθέρωσης της μορφής από την ύλη.

Παρά τον ποιητικό ρεαλισμό που χαρακτηρίζει τις μορφές των έργων της ωριμότητας, μια ιμπρεσιονιστική διάθεση ελλοχεύει στη γλυπτική του Αρμακόλα, όπου η φωτεινή στιλπνότητα των ανθρώπινων μελών αντιπαρατίθεται στον σκιοφωτισμό των αδρά επεξεργασμένων ή ανεπεξέργαστων επιφανειών, που μένουν στο ημίφως, συχνά οξειδωμένες, σκιερές και ετερόφωτες, όπως τις θέλει ο καλλιτέχνης, και που η αίσθηση που μεταγγίζουν μεταβάλλεται ανάλογα με το προσπίπτον φως ή τη θέση θέασης.
Χαρακτηριστικά είναι τα έργα του Venere II και Κόρη της Θάλασσας. Είναι το στοιχείο του φθαρτού και του ατελούς του non finito, που αντιτίθεται στην τρυφερή ευαίσθητη σάρκα. Είναι η αίσθηση που μεταδίδουν τα ημιτελή έργα τα δυνάμει εντελή, όπως η Πιετά Rondanini του Μιχαήλ Αγγέλου.
Παρόλο που η αισθητική του αποσπάσματος κυριαρχεί στα έργα του Αρμακόλα, σε κάποιες περιπτώσεις ο καλλιτέχνης υπερβαίνοντας τη βασική του πρόθεση δημιουργεί ολοκληρωμένες μορφές, πάντοτε σε αντίστιξη της στιλπνής επιφάνειας του ανθρώπινου σώματος και της αδρής παράθεσης ζωικών ή υλικών μορφικών στοιχείων, όπως η Κόρη των Βράχων.
Ο Αρμακόλας με συνεπή και επιτυχημένη διαδρομή κατεύθυνε τις αισθητικές του αναζητήσεις από την αφαίρεση προς την ιδιότυπη και αναγνωρίσιμη παραστατική γλυπτική, από το εσώγλυφο και το έξεργο ανάγλυφο στο περίοπτο γλυπτό μικρών ή μνημειακών διαστάσεων. Πλούσιοι οραματισμοί και πειραματισμοί τού επέτρεψαν να προαγάγει έργο που το χαρακτηρίζει ιδιαίτερο προσωπικό μορφοπλαστικό ιδίωμα. Η γλυπτική του είναι προσεγγίσιμη αλλά όχι δεδομένη και μεταγγίζει στον θεατή τις ευαισθησίες του καλλιτέχνη.
Εκείνο που απορρέει είναι η χαρμονή που πληροί τον θεώμενο και που τον καθιστά μέτοχο στο εόρτιο κλίμα αυτής της δημιουργίας. Γιατί τα έργα του, όπως σημειώνει ο ίδιος «ξυπνούν μέσα μας την επιθυμία να τα αγγίξουμε». Και ήθελε ο ίδιος να αγγίζονται τα έργα του.







































































































