Ο γραμματέας Αγροτικού της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Πέλλας, Γιώργος Καρασμάνης, έκανε την ακόλουθη δήλωση: «Για δεύτερη συνεχή χρονιά, το 2011, το εισόδημα των Ελλήνων γεωργών και κτηνοτρόφων μειώθηκε αισθητά κατά 5,3%, ενώ την ίδια περίοδο το αγροτικό εισόδημα των ευρωπαίων συναδέλφων τους αυξήθηκε κατά 6,7%, κατά μέσο όρο.
Γεωργοί και κτηνοτρόφοι έχουν περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση από τη μείωση του εισοδήματός τους, τις αυξήσεις στο κόστος παραγωγής, τις χαμηλές τιμές των προϊόντων τους, τις ανεπίτρεπτες καθυστερήσεις στην καταβολή αποζημιώσεων και ενισχύσεων, την επιβολή αλλεπάλληλων φόρων, τελών και «χαρατσιών» και την παντελή απουσία μέτρων στήριξης του αγροτικού τομέα. Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω από την οικονομική ασφυξία στην αγορά αγροτικών προϊόντων, την έλλειψη ρευστότητας, την αποτελμάτωση και μη εφαρμογή των περισσοτέρων αναπτυξιακών προγραμμάτων, τη μη λειτουργία του αγροτικού ΤΕΜΠΜΕ και το έλλειμμα πολιτικής για την αξιοποίηση των προϊόντων της ελληνικής υπαίθρου. Για την κατάσταση αυτή κατέθεσα στη Βουλή επερώτηση προς τον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, την οποία προσυπογράφουν 52 συνάδελφοι βουλευτές της Ν.Δ».
Η επερώτηση
Το πλήρες κείμενο της επερώτησης έχει ως εξής:
Προς: τον κ. υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
Θέμα: «Απροστάτευτοι στην κρίση οι Έλληνες αγρότες»
Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι πως η διαφορά αυτή των 12 ποσοστιαίων μονάδων, μεταξύ ελληνικού και ευρωπαϊκού αγροτικού εισοδήματος, γίνεται πολύ μεγαλύτερη εάν ειδωθεί σε βάθος χρόνου.
Και αυτό γιατί, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Eurostat), τα τελευταία χρόνια η μείωση του εισοδήματος των αγροτών στη χώρα μας φθάνει στο 20,9%, όταν το μέσο ευρωπαϊκό αγροτικό εισόδημα αυξάνεται με ρυθμό 18,3%. Το άνοιγμα της «ψαλίδας», δηλαδή, αγγίζει το 40%!
Μάλιστα, πέρυσι το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα μειώθηκε, όταν στα περισσότερα βασικά αγροτικά προϊόντα είχαμε αύξηση και σε ορισμένες περιπτώσεις εκτίναξη, των διεθνών τιμών. Όμως, πολλοί αγρότες ούτε τις τιμές αυτές εισέπραξαν, ενώ χιλιάδες παραμένουν ακόμα απλήρωτοι για τα προϊόντα που έχουν παραδώσει σε εμπόριο και βιομηχανίες εδώ και μήνες.
Την ίδια στιγμή, οι αγρότες είχαν να αντιμετωπίσουν μια κατακόρυφη άνοδο του κόστους παραγωγής, κυρίως εξαιτίας της επιβολής αλλεπάλληλων φόρων και «χαρατσιών», που έχουν να κάνουν με την ενέργεια (καύσιμα, ηλεκτρικό ρεύμα, λιπαντικά), την αύξηση του ΦΠΑ σε εφόδια, εργαλεία, πάγιο εξοπλισμό, τις επιβαρύνσεις στις τιμές ζωοτροφών, φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων και σπόρων, καθώς και το σχεδόν διπλασιασμό των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ ΕΛΓΑ. Παράλληλα, ως καταναλωτές υπέστησαν και εκείνοι τις αυξήσεις των διαφόρων φόρων, ειδικών φόρων κατανάλωσης, τελών, εισφορών, του «χαρατσιού» μέσω της ΔΕΗ στα ακίνητα και γενικότερα μιας πολιτικής που εντείνει την ύφεση, περιορίζοντας ολοένα και περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών αγροτικών προϊόντων.
Ταυτόχρονα, η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων γεωργών και κτηνοτρόφων εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτοι των δικαιούμενων αποζημιώσεων για αποδεδειγμένες ζημιές που υπέστησαν οι καλλιέργειες και το ζωικό τους κεφάλαιο εδώ και χρόνια. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρεται πως, στους βαμβακοπαραγωγούς χρεωστούνται ακόμα αποζημιώσεις για τις ζημιές από το πράσινο σκουλήκι το καλοκαίρι του 2010. Σε χιλιάδες καλλιεργητές –ελαιοκαλλιεργητές, κερασοπαραγωγοί, μηλοπαραγωγοί, αμπελουργοί και άλλοι – δεν έχουν καταβληθεί ακόμα αποζημιώσεις για προπέρσινες ζημιές. Ο ΕΛΓΑ από Οργανισμός αναπλήρωσης της απώλειας εισοδήματος των παραγωγών, έχει πρακτικά μετατραπεί σε έναν εισπρακτικό μηχανισμό, που με μια μίζερη αντίληψη, καθημερινά επιχειρεί να απαξιώσει το όποιο ύψος των πραγματικών ζημιών σε φυτική και ζωική παραγωγή.
Παράλληλα, δεν είναι λίγοι οι αγρότες εκείνοι που εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτοι διαφόρων κοινοτικών ενισχύσεων και επιδοτήσεων, όπως η εξισωτική αποζημίωση των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών, τα υπόλοιπα της ενιαίας κοινοτικής ενίσχυσης, οι συνδεδεμένες με την παραγωγή ενισχύσεις, οι επιδοτήσεις των σφάγιων κ.α.
Πέραν, όμως, του ιδιαίτερα δυσμενούς περιβάλλοντος όσον αφορά στις τιμές, ενισχύσεις, αποζημιώσεις και κόστος παραγωγής, ο αγροτικός τομέας αντιμετωπίζει ένα τεράστιο πρόβλημα, που έχει να κάνει με την αναπτυξιακή του πτυχή. Όταν όλοι – τουλάχιστον στα λόγια – συμφωνούν πως ο πρωτογενής τομέας μπορεί να παίξει καταλυτικό ρόλο στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, που μαστίζει τη χώρα μας και να δώσει αναπτυξιακές διεξόδους και νέες θέσεις εργασίας, είναι κυριολεκτικά εγκληματικό αυτό που συμβαίνει τους τελευταίους μήνες.
Το ότι, δηλαδή, δεν έχει εκταμιευτεί ούτε ένα ευρώ για αναπτυξιακά προγράμματα στην ύπαιθρο. Το ότι, πέραν των όποιων προκηρύξεων, δεν έχει τεθεί σε πλήρη εφαρμογή ούτε ένα από τα βασικά προγράμματα, όπως για παράδειγμα εκείνα για τα Σχέδια Βελτίωσης των αγροτικών και κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, της ενίσχυσης της μεταποίησης, τυποποίησης και εμπορίας αγροτικών προϊόντων, της προώθησης της βιολογικής φυτικής και ζωικής παραγωγής, της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής γεωργίας, η ανάπτυξη της ευρυζωνικότητας στην ύπαιθρο και τα Ολοκληρωμένα Προγράμματα Ανάπτυξης του Αγροτικού Χώρου. Τα πάντα καθυστερούν ή στην καλύτερη των περιπτώσεων προχωρούν με ρυθμούς χελώνας.
Μαζί με τη χαρακτηριστική καθυστέρηση στην εφαρμογή των αναπτυξιακών προγραμμάτων, εξακολουθεί εδώ και μήνες να παραμένει στα χαρτιά το αγροτικό Ταμείο Ενίσχυσης Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων (ΤΕΜΠΜΕ), ενώ οι στρόφιγγες του τραπεζικού δανεισμού έχουν κλείσει ερμητικά και η έλλειψη οικονομικής ρευστότητας κυριολεκτικά στραγγαλίζει γεωργούς, κτηνοτρόφους, αγροτικές μονάδες, συνεταιρισμούς και επιχειρήσεις. Όλοι οι επίσημοι φορείς «ομνύουν» στο όνομα των νέων αγροτών, αλλά κανένα μέτρο για αυτούς δεν έχει ληφθεί.
Τα όποια βήματα έχουν γίνει στον εξαγωγικό τομέα παραμένουν μετέωρα και προϊόν ατομικών προσπαθειών, καθώς εξακολουθεί να απουσιάζει η οργανωμένη υποβοήθηση της προώθησης και προβολής των ελληνικών αγροτικών προϊόντων στις αγορές του εξωτερικού. Οι συναφθείσες διακρατικές συμφωνίες καρκινοβατούν, ενώ ο όποιος περιορισμός του – ακόμα τεράστιου – ανοίγματος στο εμπορικό γεωργικό ισοζύγιο της χώρας μας, οφείλεται κυρίως στη μείωση των εισαγωγών, λόγω οικονομικής κρίσης και πολύ δευτερευόντως στις εξαγωγικές προσπάθειες, που ενώ ποσοτικά εμφανίζουν κάποια αύξηση, στα ποιοτικά τους στοιχεία, όπως η μέση τιμή πώλησης των ελληνικών αγροτικών προϊόντων στο εξωτερικό, συνεχώς επιδεινώνονται.





































































































