Πετύχαμε να σπάσουμε την αρχικά απόλυτη απομόνωση. Αποκτήσαμε συμμάχους, υποστήριξη και συμπαράσταση. Υποχρεώσαμε τους υποστηρικτές του Grexit να αποκαλυφθούν και να κάνουν γνωστά τα σχέδιά τους, σχέδια που δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα αλλά το μέλλον όλης της Ευρώπης Το Όχι έπαιξε καταλυτικό ρόλο. Διότι ενεργοποίησε αντανακλαστικά, έπεισε πως δεν κινδύνευε μόνο η Ελλάδα αλλά όλη η Ευρώπη.
Του αντιπροέδρου της κυβέρνησης ΓΙΑΝΝΗ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗ
Χωρίς το Όχι δεν είμαι βέβαιος αν θα φεύγαμε από τη σύνοδο κορυφής με συμφωνία Τη συμφωνία που έχουμε πρέπει να την δούμε ως το προσωρινό αποτέλεσμα ενός ιδιόμορφου πολέμου. Περιέχει και τις επιτυχίες και τα αντίποινα γι’ αυτές. Και τις δικαιώσεις και τις διαψεύσεις μας και τα αποτελέσματα των λαθών μας Η έξοδος από το ευρώ δεν συνιστά διέξοδο. Η λογική των «κόκκινων γραμμών» δεν επαρκεί. Πρέπει να ανακτήσουμε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Πρέπει μαζί με την υλοποίηση των δεσμεύσεων που θα αναλάβουμε να υλοποιούμε ένα παράλληλο πρόγραμμα με τις αναγκαίες αλλαγές που εμείς θέλουμε να κάνουμε. Οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα επιβάλλουν ένα νέο ξεκίνημα. Πρέπει, διατηρώντας τα θετικά τής ώς τώρα πορείας μας, να εξετάσουμε τα πάντα από την αρχή: τι κόμμα δημιουργήσαμε, τι νοοτροπίες καλλιεργήσαμε, τι είδους προετοιμασία κάναμε, πώς διαπραγματευθήκαμε και πώς κυβερνήσαμε, έτσι ώστε τα μαθήματα από το χθες να γίνουν όπλα για αύριο. Μόνο έτσι θα συγκροτήσουμε ένα νέο ξεκίνημα, που να ενσωματώνει μεγαλύτερη ωριμότητα, πείρα και αξιοπιστία. Στην κατεύθυνση αυτή έχει νόημα να δούμε τι επιδιώξαμε, τι πετύχαμε, πού βρισκόμαστε, πώς προχωράμε.
Τι επιδιώξαμε;
Αρχίζοντας τις διαπραγματεύσεις αμέσως μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση είχε δύο επιλογές:
Η πρώτη ήταν να προσέλθουμε στις διαπραγματεύσεις με τη γραμμή της «ελληνικής ιδιαιτερότητας». Με τη θέση δηλαδή ότι τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής (Μνημόνια) πέτυχαν παντού εκτός από την Ελλάδα. Τούτο θα σήμαινε πως η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση, ειδική περίπτωση, για την οποία μόνο το Grexit αποτελεί κατάλληλη συνταγή.
Η δεύτερη επιλογή ήταν να προσέλθουμε στη διαπραγμάτευση, όπως και πράξαμε, αναπτύσσοντας περαιτέρω την ευρωπαϊκή στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, τη στρατηγική άλλωστε που συνέβαλε καθοριστικά στην ανοδική του πορεία. Τη στρατηγική, δηλαδή, που από την αρχή τόνισε τις ενδογενείς αιτίες της ελληνικής κρίσης, αλλά ταυτόχρονα υποστήριζε ότι η περίπτωση της Ελλάδας δεν συνιστούσε εξαίρεση στην ευρωπαϊκή κανονικότητα αλλά, αντίθετα, αποτελούσε το πιο τρανταχτό και τραγικό παράδειγμα των ελλειμμάτων της αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ, καθώς και της αποτυχίας των πολιτικών της διαρκούς λιτότητας ως απάντησης στην κρίση. Στη βάση αυτή ζητήσαμε να αναγνωρισθεί η οικτρή οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα πέντε χρόνια μετά την εφαρμογή της ίδιας πολιτικής.
Δώσαμε λοιπόν τη μάχη ενάντια στη λιτότητα και αναδείξαμε τα προβλήματα του χρέους και της χρηματοδότησης της ανάπτυξης ως προβλήματα της Ευρώπης και όχι ως προβλήματα αμιγώς ελληνικά.
Προτείναμε έτσι ένα νέο υπόδειγμα, πέρα από λογικές υποταγής με τις οποίες συνδέθηκαν τα ως τώρα προγράμματα και το καθεστώς της τρόικας. Ένα υπόδειγμα το οποίο θα καθιστούσε σεβαστή τη λαϊκή εντολή που εκπροσωπούσε η κυβέρνηση, όσο και τους διαμορφωμένους ευρωπαϊκούς κανόνες που εκπροσωπούσαν οι θεσμοί.
Τι πετύχαμε;
Με τη στρατηγική αυτή πετύχαμε να σπάσουμε την αρχικά απόλυτη απομόνωση. Αποκτήσαμε συμμάχους, υποστήριξη και συμπαράσταση. Υποχρεώσαμε τους υποστηρικτές του Grexit να αποκαλυφθούν και να κάνουν γνωστά τα σχέδιά τους, σχέδια που δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα αλλά το μέλλον όλης της Ευρώπης.
Δημιουργήσαμε ρήγματα στη σοσιαλφιλελεύθερη συναίνεση, υποχρεώνοντας τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας να αναγνωρίσουν πως δεν θα έχουν κανένα μέλλον αν δεν αποκτήσουν αυτόνομη φωνή, ριζοσπαστικές θέσεις και ανανεωμένες σχέσεις με τα κοινωνικά κινήματα και τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα.
Αποδείξαμε στην πράξη πως ο αγώνας για τη δικαιοσύνη, για την υπεράσπιση της ατομικής και συλλογικής αξιοπρέπειας, για τα δικαιώματα των αδυνάτων, ακόμη και η θυσία γι’ αυτά, δεν έχουν χάσει το νόημά τους στην εποχή μας. Δεν είναι κατάλοιπο του παρελθόντος αλλά ζωτική ανάγκη του παρόντος και του μέλλοντος.
Ακριβώς γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ, και ο Τσίπρας προσωπικά, έγιναν σημείο αναφοράς αυτού του αγώνα και αυτών των αξιών για όλη την Ευρώπη.
Τέλος, καταστήσαμε το ελληνικό πρόβλημα όχι μόνο ευρωπαϊκό αλλά και παγκόσμιο, γεγονός που ενεργοποίησε δυνάμεις και δυναμικές υπέρ μιας βιώσιμης λύσης.
Παράλληλα, στο εσωτερικό μέτωπο, αυτή η δράση της κυβέρνησης για τη διεκδίκηση μιας βιώσιμης διεξόδου για εμάς και για την Ευρώπη επιτάχυνε την αποσύνθεση του παλιού πολιτικού συστήματος, άλλαξε την ψυχολογία της κοινωνίας, δημιούργησε σχέσεις ταύτισης λαού και ηγεσίας για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, εξόπλισε τον λαό με το θάρρος να γράψει μια λαμπρή σελίδα, παγκόσμιας εμβέλειας, με το Όχι στο δημοψήφισμα, που έγινε υπό πρωτόγνωρα δύσκολες συνθήκες.
Η αντίδραση
Οι προτάσεις μας δεν εισακούσθηκαν. Η συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου άρχισε να υπονομεύεται από την επομένη. Πράξεις και παραλείψεις τροφοδότησαν την αμοιβαία δυσπιστία και καχυποψία. Οι δυνάμεις της ρήξης πήραν το προβάδισμα. Ενώ εμείς επιδιώκαμε συμφωνία, υπήρξαν δυνάμεις που προέταξαν στόχους πολιτικούς ή και κομματικούς. Όμως όσοι, μέσα κι έξω από τη χώρα, περίμεναν να πέσει η κυβέρνηση σε λίγες εβδομάδες μέσα από μια στρατηγική «κατευθυνόμενου χάους» είδαν τις ελπίδες τους να διαψεύδονται.
Όσοι περίμεναν ότι η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πληρώνει μισθούς και συντάξεις, με στόχο να προκληθεί κοινωνική δυσαρέσκεια και να ανατραπεί από τα κάτω, διαψεύσθηκαν, αφού η κυβέρνηση με αποφασιστικότητα διακήρυξε προς πάσα κατεύθυνση ότι, σε περίπτωση που υποχρεωθεί να επιλέξει, θα πληρώνει μισθούς και συντάξεις και όχι δανειακές δόσεις, όπως και έκανε.
Όσοι περίμεναν το ηθικό του λαού να καμφθεί, λόγω της παρατεινόμενης οικονομικής ασφυξίας, διαπιστώνουν ότι συνέβη το αντίθετο.
Όσοι περίμεναν τον πρωθυπουργό να χάσει την υπομονή και την ψυχραιμία του και να καταφύγει σε επιλογές «τυφλές» και «λύσεις» απόγνωσης, είδαν έναν πρωθυπουργό ψύχραιμο και σταθερό να απορρίπτει προτάσεις για «συμφωνημένο Grexit» ή «διπλό νόμισμα».
Η κυβέρνηση, συνδυάζοντας τη σταθερή επιδίωξη μιας βιώσιμης συμφωνίας, με αποφασιστικότητα, διορθώνοντας λάθη και μαθαίνοντας από αυτά, ακύρωσε τα αρχικά σχέδια, διατήρησε και διεύρυνε την αποδοχή της από τον λαό.
Όσο η κυβέρνηση δεν έδειχνε διατεθειμένη να παραδοθεί, τόσο η άλλη πλευρά, και κυρίως οι δυνάμεις του Grexit και της ρήξης, σκλήραιναν τη στάση τους σε μια τιμωρητική λογική αντιποίνων. Η βάση της συμφωνίας αναθεωρείτο συνεχώς προς το χειρότερο. Ο στόχος φαίνεται πως ήταν η συμφωνία να μην γίνει αποδεκτή, να οδηγηθούμε με δική μας ευθύνη στη ρήξη ή να αποδεχτούμε μια συμφωνία τόσο κακή ώστε να μην μπορεί να ψηφιστεί από βουλευτές μας, να πέσει η κυβέρνηση, να διασπασθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Το στόχο αυτόν ορισμένοι τον διατύπωσαν και δημόσια.







































































































