Τέλειωσαν, λοιπόν, οι θρυλικές εκλογές της «νέας αλλαγής» και οι Έλληνες ατενίζουν με αισιοδοξία το μέλλον. Είναι έτσι, όμως;
Κάθε άλλο. Η εκλογική διαδικασία στις χώρες της Ε.Ε. έχει εξελιχθεί σε μια βαρετή επανάληψη, όπου συμμετέχει κάπου το μισό εκλογικό σώμα. Η επιλογή γίνεται μεταξύ κυρίως δύο μεγάλων κομμάτων, τα οποία εναλλάσσονται στην εξουσία. Ούτε και ο πιο αφελής ψηφοφόρος δεν πιστεύει ότι κάποιο απ’ τα δύο μπορεί να φέρει κάτι καλύτερο…
Ακριβώς με αυτό το μοντέλο έγιναν εκλογές σχεδόν ταυτόχρονα, σε τρεις ευρωπαϊκές χώρες. Για την Ελλάδα δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Στη Γερμανία είχαμε ένα ξαναμοίρασμα της τράπουλας, χωρίς καμία ουσιαστική αλλαγή. Καγκελάριος παραμένει η ίδια γνωστή κυρία Mέρκελ, («μαμάκα» την αποκαλούν κοροϊδευτικά οι Γερμανοί…), ενώ στη θέση των «σοσιαλιστών» ως κυβερνητικοί εταίροι βρίσκονται τώρα οι «Ελεύθεροι Δημοκράτες». Το μετεκλογικό σενάριο είναι το ίδιο: διάσωση των μονοπωλίων με κάθε κόστος, το οποίο καλούνται να πληρώσουν οι μόνοι που δεν φταίνε, δηλαδή οι οικονομικά ασθενέστεροι!
Στην Πορτογαλία το σενάριο έχει απλώς τα αντίθετα χρώματα. Πρώτο κόμμα βγήκαν και πάλι οι «σοσιαλιστές» του Σώκρατες, απλά επειδή η συντηρητική αντίπαλός του ήταν άχρωμη, άοσμη και άγευστη! Όσο για την «επόμενη μέρα», απλά μια απ’ τα ίδια. Η καραμέλα της «λιτότητας», υπό την ασφυκτική πίεση της «κρίσης». Δηλαδή, αφού οι φορολογούμενοι «έσωσαν» τις τράπεζες, καλούνται τώρα να «σώσουν» και το ντόπιο κεφάλαιο, μειώνοντας ακόμη περισσότερο τις καταναλωτικές απαιτήσεις τους.
Κοινό στοιχείο στις δύο παραπάνω χώρες ήταν η άνοδος της οπορτουνιστικής «αριστεράς». Με την ελπίδα κάποιας θετικής παρέμβασης ή απλά με την ψήφο διαμαρτυρίας, τα δύο «αδελφά κόμματα» της γνωστής ομάδας του ευρωκοινοβουλίου ξεπέρασαν το 10%. Μόνο που και τα δύο αποτελούν τμήμα του συστήματος, το οποίο και κάποτε μπορεί να κληθούν να διασώσουν, όπως έκαναν πρόσφατα στην Ιταλία, το 1989 στην Ελλάδα και παλαιότερα στη Γαλλία.
Έτσι το σύστημα της αδικίας παραμένει ακλόνητο, με τη συντριπτική πλειοψηφία να υπηρετεί τα συμφέροντα μιας ελάχιστης μειοψηφίας που κατέχει τα μέσα παραγωγής. Αντί οι ταλαίπωροι πολίτες να επιδιώξουν την «απαλλαγή», ζητούν παρηγοριά στις συγκρίσεις. «Υπάρχουν και χειρότερα», λένε γεμάτοι δέος για όσα ακούγονται. Κι όταν φτάσουν κι αυτοί στο χείλος του γκρεμού, δεν υπάρχει κανείς για να τους σώσει…
Χρήστος Φωτιάδης





































































































