Την «έκρηξη», αν κι ελεγχόμενη, της δημοτικής αρχής προκάλεσε πρόσφατο πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της ΑΜΑΡΥΣΙΑΣ σχετικά με την κατάσταση των λεωφορείων της δημοτικής συγκοινωνίας. Μάλιστα, από την πλευρά της διοίκησης εκφράσθηκαν και ερωτηματικά για τον χρόνο που επιλέχθηκε η δημοσιοποίηση του θέματος, αλλά και ειπώθηκαν διάφορα περί «πολέμου» της δημοτικής αρχής.
Μάλιστα, ο επικεφαλής της ∆ημοτικής Επιχείρησης Κυκλοφορίας ∆ήμου Αμαρουσίου (∆ΕΚ∆Α) Γιώργος Ιατρίδης μάς απέστειλε σχετική επιστολή διάψευσης των όσων αναφέρονται στο δημοσίευμα (δηλαδή των καταγγελιών των εργαζομένων στα κόκκινα λεωφορεία), την οποία είχε διαβάσει και στην παραπάνω συνεδρίαση του ∆ημοτικού Συμβουλίου. Η εφημερίδα μας δημοσιεύει αυτούσια τη συγκεκριμένη επιστολή, αν και δεν «υπακούμε» στην υπόδειξή του να τη δημοσιεύσουμε στην πρώτη σελίδα της «Α», καθώς θα μας επιτρέψει να επιλέγουμε εμείς τον χώρο και τον τρόπο που θα προβάλλουμε κάθε θέμα. Όσο για την… ταμπακιέρα, ας δούμε τι λέει το ρεπορτάζ…
Τα γεγονότα
Με βάση τα όσα έβγαλε η συνέχεια του πλήρους και αντικειμενικού ρεπορτάζ της συναδέλφου Τάνιας Κατσάνη, το Σωματείο Οδηγών ∆ημοτικών Συγκοινωνιών Αττικής (ΣΟ∆ΗΣΑ) είχε πολύ νωρίς κι εγγράφως είχε ενημερώσει τον δήμαρχο Αμαρουσίου και τη ∆ημοτική Επιχείρηση Κυκλοφορίας του ∆ήμου για τα προβλήματα που είχε εντοπίσει στα λεωφορεία.
Ειδικότερα, στις 6 ∆εκεμβρίου 2006, ενημερώνει τον δήμαρχο της πόλης για 12 ενδεικτικά προβλήματα που έχει εντοπίσει στη δημοτική συγκοινωνία (π.χ. τεχνικό ασφαλείας, αντικατάσταση παλαιών οχημάτων, ιατρό υπηρεσίας, σωστή συντήρηση κ.λπ.).
Στις 24 Σεπτεμβρίου 2007 το σωματείο επανέρχεται με νέο έγγραφο (Αριθμ. πρωτοκόλλου 666 – 25/9/2007), που απευθύνει στον πρόεδρο της ∆ΕΚ∆Α Γ. Ιατρίδη και κοινοποιεί στον δήμαρχο και τον Οργανισμό Εργασίας, με το οποίο ζητεί συνάντηση για να συζητηθούν θέματα που άπτονται της εύρυθμης λειτουργίας της δημοτικής συγκοινωνίας. Μεταξύ των θεμάτων αυτών περιλαμβάνονται ο τεχνικός ασφαλείας, ο ιατρός εργασίας, ο ΚΟΚ και η εφαρμογή του κ.λπ.
Επειδή ουδεμία κίνηση υπήρξε από την πλευρά της δημοτικής αρχής, τουλάχιστον με βάση όσα υποστηρίζουν οι εργαζόμενοι, οι τελευταίοι απευθύνονται στον αντιεισαγγελέα Πρωτοδικών, εκδίδοντας εισαγγελική παραγγελία (24 Σεπτεμβρίου 2007), με την οποία καλούν τον ∆ήμο να απαντήσει στα προηγούμενα έγγραφά τους.
Λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 19 Οκτωβρίου 2007 αποστέλλουν νέο έγγραφο στον δήμαρχο, με κοινοποίηση στον Οργανισμό Εργασίας, στον αντιδήμαρχο Γ. Ζήκο, στη ∆ΕΚ∆Α και στον ΟΣΜΕ, όπου επανέρχονται στα προβλήματα της αντικατάστασης λεωφορείων, του τεχνικού ασφαλείας, της συντήρησης κ.λπ.
Αυτά είναι τα γεγονότα. Από εκεί και πέρα, οι αρμόδιοι θα πρέπει, αντί να ασχολούνται με το δένδρο (ποιος φιλοξένησε τις καταγγελίες των εργαζομένων) να εστιασθούν στο δάσος (εάν υπάρχει ή όχι πρόβλημα με τα λεωφορεία της δημοτικής συγκοινωνίας).
Τώρα το ότι ο αντιπρόεδρος ενός σωματείου δεν εκπροσωπεί και τους εργαζομένους του, όπως άφησε να εννοηθεί ο κ. Γ. Ιατρίδης, εμείς τι να υποθέσουμε; Ότι, για παράδειγμα, κι ένας αντιδήμαρχος δεν εκπροσωπεί τους δημοτικούς συμβούλους της παράταξής του;
Όσο για το ερώτημα, εάν έπρεπε η «Α» να δημοσιεύσει τις καταγγελίες των εργαζομένων και εάν πρέπει να μέμφεται γι’ αυτό, η απάντηση είναι απλή. ∆εν έπρεπε, αλλά επιβαλλόταν. Επιβαλλόταν από τη δημοσιογραφική δεοντολογία και τη σοβαρότητα των καταγγελλομένων. Ουδείς δημοσιογράφος έχει δικαίωμα να αποκρύψει επώνυμες καταγγελίες που αφορούν στην ασφάλεια του πολίτη, γιατί σε διαφορετική περίπτωση είναι ηθικά και ποινικά ελέγξιμος. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και για όσους αγνοήσουν, χωρίς προηγουμένως να ελέγξουν σχολαστικά, το βάσιμο ή μη των καταγγελλομένων…
«Α»
∆ήλωση Χαράλαμπου Κολοβού,νομικού εκπροσώπου Σωματείου Κυκλοφορίας
«Ζητούμε την εφαρμογή των νόμων»
Σε απάντηση των ισχυρισμών της διοίκησης και συγκεκριμένα του επικεφαλής της ∆ημοτικής Επιχείρησης Κυκλοφορίας του ∆ήμου Αμαρουσίου Γ. Ιατρίδη, αναφορικά με την κατάσταση τόσο των λεωφορείων όσο και της εύρυθμης λειτουργίας του αμαξοστασίου, πρέπει να καταστήσουμε σαφή τα κάτωθι:
Η υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων και εν συνεχεία του επιβατικού κοινού θα έπρεπε να αποτελεί προτεραιότητα της ∆ιοικήσεως, πολλώ δε μάλλον όταν είναι θεσμοθετημένη υποχρέωση από το ελληνικό κράτος, σύμφωνα με τον νόμο 1568/1985.
Αξίζει να σημειωθεί ότι για το από 19-10-2007 έγγραφο του Σωματείου, κοινοποιημένο και προς τη διοίκηση, όπου εκτός των άλλων ζητά την εφαρμογή των θεσμοθετημένων νομικών διατάξεων για τεχνικό ασφαλείας, ουδέποτε λάβαμε απάντηση.
Για τον λόγο αυτό άλλωστε ζητήσαμε εισαγγελική παρέμβαση επί του προβλήματος αυτού.
Απαντήσεις του τύπου «όποτε τα στέλνουμε αντιπροσωπεία, μας λένε ότι όλα δουλεύουν σωστά», αποτελούν αφενός ανεύθυνη προσέγγιση και αφετέρου σαφή αδιαφορία των νόμων του Ελληνικού Κράτους.
Τελειώνοντας, η απαίτηση για κατοχύρωση θεσμοθετημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων ουδέποτε αποτελούσε ή αποτελεί προσωπική «κόντρα» μεταξύ εργαζομένων και διοίκησης. Ζητούμε το αυτονόητο, την εφαρμογή, δηλαδή, των νόμων, προκειμένου τόσο οι οδηγοί όσο και οι επιβάτες να επιβαίνουν σε ασφαλή μέσα μεταφοράς, χωρίς τον φόβο κάποιου ατυχήματος. Η πρόληψη είναι η καλύτερη θεραπεία σε οιονδήποτε πρόβλημα.







































































































