Ανοιχτό το ενδεχόμενο ενεργειών από πλευράς Δήμου Αμαρουσίου προκειμένου να απομακρυνθεί το μαρμαράδικο που, όπως υποστηρίζουν ο τοπικός σύλλογος και κάτοικοι της Αγίας Φιλοθέης, λειτουργεί τα τελευταία χρόνια παράνομα, καταπατώντας δημόσια έκταση, άφησε ο δήμαρχος σε πρόσφατη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου.
Είναι η πρώτη φορά που η διοίκηση του Δήμου δεσμεύεται δημοσίως ότι θα προβεί στις δέουσες ενέργειες για μια υπόθεση, η οποία έχει λάβει και χαρακτήρα δικαστικής διαμάχης ανάμεσα σε κατοίκους και τον ιδιοκτήτη του μαρμαράδικου Ευάγγελο Τσέλιο και για την οποία το υπουργείο Οικονομικών έχει υποδείξει ότι πρόκειται για καταπάτηση δημόσιας γης και ότι η απομάκρυνση της επιχείρησης αποτελεί αρμοδιότητα του Δήμου Αμαρουσίου.
Πρόκειται για ένα οικόπεδο 1,5 στρέμματος, περίπου, για το οποίο οι φωνές περί «καταπάτησης» ακούγονται από το 2003 μέχρι και σήμερα, τη στιγμή που ο ιδιώτης έχει, εδώ και 8 χρόνια, εγκαταστήσει μαρμαράδικο και έχει διανοίξει και δρόμο, υποστηρίζoντας ότι το οικόπεδο αποτελεί ιδιοκτησία του.
Παρά τις επανειλημμένες αναφορές στο Δημοτικό Συμβούλιο από την πρώην πρόεδρο του συλλόγου Αγίας Φιλοθέης και νυν επικεφαλής της «Πολεοδομικής Επιτροπής Γειτονιάς» της περιοχής, Φωτεινής Κατή και άλλους κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι παρέθεταν σχέδια του Δήμου όπου φαίνεται ότι ο χώρος είναι κοινόχρηστος, κανείς, έως σήμερα, δεν έχει αναλάβει να απαντήσει κατηγορηματικά αν ο χώρος ανήκει ή όχι στον Δήμο Αμαρουσίου και αν νόμιμα ο Ε. Τσέλιος δραστηριοποιείται εντός αυτού.
Όπως είχε αποκαλύψει η ΑΜΑΡΥΣΙΑ, με έγγραφό του, κατόπιν σχετικής αιτήσεως της Φ. Κατή την άνοιξη του 2010, το υπουργείο Οικονομικών, όπως λίγα χρόνια νωρίτερα είχε κάνει και το Κτηματολόγιο, επιβεβαίωνε ότι το οικόπεδο της οδού Πάτμου αποτελεί δημόσιο κοινόχρηστο χώρο και δρόμο, προκαλώντας, μάλιστα, την άμεση παρέμβαση του τότε βουλευτή Β’ Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ, Φώτη Κουβέλη, ο οποίος έφερε το θέμα στη Βουλή.
Μετά από ένα χρόνο απραξίας, η Φ. Κατή επανήλθε στην πρόσφατη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου, κάνοντας μια μικρή ανασκόπηση των εξελίξεων από το 2003 και μετά, ζητώντας εκ νέου από τη διοίκηση και τον δήμαρχο να πάρουν θέση, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «μέχρι σήμερα, εκτός από αυτοψίες της Πολεοδομίας και μερικά αστεία πρόστιμα προς τον ιδιοκτήτη του μαρμαράδικου, τίποτε ουσιαστικό δεν έχει γίνει από πλευράς Δήμου».
Αυτή τη φορά, ο Γιώργος Πατούλης έδειξε αποφασισμένος να πάει ένα βήμα παραπέρα, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Εμείς ως διοίκηση του Δήμου δεν χρωστάμε σε κανέναν. Αν ο χώρος διαπιστωθεί ότι είναι δημοτικός, εμείς θα δράσουμε αμέσως για την απομάκρυνση του μαρμαράδικου. Αν, όμως, είναι του δημοσίου, θα πρέπει να κινηθούμε κάπως διαφορετικά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θα δράσουμε».
Για το θέμα μίλησε και η δημοτική σύμβουλος του συνδυασμού ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΜΑΡΟΥΣΙ Κατερίνα Ψάλτη, η οποία, ως δικηγόρος, είχε τον υπερασπιστικό ρόλο υπέρ του συλλόγου και της Φ. Κατή στη δικαστική τους διένεξη με τον Ε. Τσέλιο. Η Κ. Ψάλτη υποστήριξε κατηγορηματικά ότι «όντως έχει γίνει καταπάτηση του χώρου και είναι αμετάκλητα χαρακτηρισμένος από το Κτηματολόγιο ως δημόσιος, ενώ στο σχετικό ΦΕΚ που έχει δημοσιευτεί φέρει τον χαρακτηρισμό ως Κοινόχρηστος Χώρος, συν ένα κομμάτι του που είναι χαρακτηρισμένο ως δρόμος». Τόνισε, μάλιστα, ότι «με αυτά τα δεδομένα ο Δήμος μπορεί να χειριστεί την αποβολή της ιδιοκτησίας του Ε. Τσέλιου από το οικόπεδο».
Μετά την τοποθέτησή της, μάλιστα, ο δήμαρχος τόνισε ότι «κάθε βοήθειά της Κ. Ψάλτη στις περαιτέρω ενέργειες του Δήμου πάνω στο θέμα, θα είναι ευπρόσδεκτη».
Θέση για το θέμα πήρε και ο δημοτικός σύμβουλος της μείζονος μειοψηφίας Κώστας Ρώτας, ο οποίος κατηγόρησε τον Δήμο Αμαρουσίου για «ολιγωρία στην εκτέλεση των αποφάσεων της Πολεοδομίας και των Νομικών Υπηρεσιών του Δήμου, που έχουν κρίνει ως παράνομη την παρουσία ιδιώτη στον χώρο αυτό», για να προσθέσει: «Το μαρμαράδικο πρέπει να κατεδαφιστεί, καθώς πρόκειται για δημόσιο κτήμα και όση ευθύνη κι αν φέρει γι’ αυτόν το Ελληνικό Δημόσιο, ο Δήμος μπορεί και πρέπει να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες για να αποκατασταθεί η νόμιμη χρήση του χώρου».
Γιάννης Μπεθάνης








































































































